Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Δικαστική Απόφαση 1990/2004 του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, σχετική με την απαλλαγή του Εγγυητή.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Δικαστήριο: ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1990
Ετος: 2004
Περίληψη
Γ.Ο.Σ. - Παραίτηση του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ -. Κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη· ρήτρα που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 §7 του ν. 2251/ 1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου. Ο όρος στην πιστωτική σύμβαση για παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση της δίζησης και όλες τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ είναι άκυρος ως καταχρηστικός, επειδή αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994.

Κείμενο Απόφασης
(...) Κατά το άρθρο 2 §6 του ν. 2251/ 1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως είναι και οι συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πιστούχος. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά τη σύναψή της και όλες οι λοιπές ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Κατά δε την §7 του ίδιου άρθρου καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών όταν, εκτός άλλων: ... ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Οι, στην ανωτέρω παράγραφο ενδεικτικά αναφερόμενες, περιπτώσεις γενικών όρων, θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ), αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει, κάθε φορά, το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ως υπέρμετρη. Βέβαια, το άρθρο 2 §6 του ν. 2251/1994, στην αρχική του διατύπωση, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων», πράγμα που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 §1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές», ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο αποτελεί ο ν. 2251/ 1994, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Η ανάγκη σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλει όπως ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» ερμηνευθεί συσταλτικά ως ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατυπώσεως του ν. 2251/1994. Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης με τη διαληφθείσα, η παραπάνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», με το άρθρο 10 §24 του ν. 2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση, η διάταξη της §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, με τη νέα διατύπωσή της, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της «ουσιώδους διαταράξεως» της συμβατικής ισορροπίας. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων, στη συγκεκριμένη σύμβαση, μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτη προς κατάργησή του. Δηλαδή, ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει ν' αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν θεωρείται υπέρμετρη. Για να ορισθεί ουσιώδης ή σημαντική η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει τη μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης, που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου, και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Εν τέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 §7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη 42. 1321, ΑΠ 1401/ 1999 ΕλλΔνη 41. 56, ΔΕΕ 2000. 192).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας (η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρες), που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο και η κατάθεσή του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η τράπεζα με την επωνυμία «Τράπεζα Ε.** ΑΕ», καθολική διάδοχος της οποίας, κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, κατέστη η ενάγουσα τράπεζα «Ε.Ε.Ε.** ΑΕ», (...) υπεισερχόμενη έτσι σε όλα τα δικαιώματα και άπασες τις υποχρεώσεις αυτής, στις 12.7.1990, κατάρτισε, στην Αθήνα, με την επωνυμία «Π.** ΕΠΕ», η οποία αργότερα μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «Ε.Κ.Ε.Χ.Κ.Π.Υ.Π.Π.** ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο, «Π.** ΑΕ», πρώτη εναγομένη, ως προς την οποία, ως ήδη αναφέρεται παραπάνω, η δίκη καταργείται εφόσον έλαβε χώρα νομότυπη παραίτηση της ενάγουσας εκ του αγωγικού δικογράφου όσον αφορά αυτή, την με αριθμό 101/1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο (ανοικτό) λογαριασμό, με την οποία της χορήγησε πίστωση αρχικά μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμών. Εν συνεχεία, με πρόσθετες περί αυξήσεως αυτής πράξεις, αποτελούσες αναπόσπαστο μέρος της ως άνω σύμβασης, τα ποσά των πιστώσεων αυξήθηκαν διαδοχικά και τελικώς ανήλθαν στο ποσό των 82.000.000 δραχμών. Στη σύμβαση αυτή συνεβλήθη, ως εκ τρίτου, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Θ.Σ.**, ο οποίος ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω πιστούχου, παρέχοντας την προσωπική εγγύησή του για την καλή εκπλήρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας. Επίσης, δυνάμει πρόσθετης συμβάσεως παροχής εγγυήσεως, που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 2.7.1996 μεταξύ της δανείστριας τράπεζας και της εναγομένης Ε.Σ.**, η τελευταία εγγυήθηκε υπέρ της πρωτοφειλέτριας την καλή εκπλήρωση των όρων της πιστωτικής σύμβασης. Μάλιστα, προς πρόσθετη εξασφάλισή της, η πιστούχος ενέγραψε, στις 9.10.1996 προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο (διαμέρισμα) της ανωτέρω εναγομένης εγγυήτριας (...). Στις ανωτέρω συμβάσεις (πιστωτική και εγγυητικές), περιλήφθησαν όροι, διατυπωμένοι εκ των προτέρων και προοριζόμενοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, χαρακτηριζόμενοι ως εκ τούτου γενικοί όροι συναλλαγών, οι οποίοι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, καθόσον προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 2 §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του ν. 2251/194 κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Ειδικότερα ο 18ος όρος της κύριας πιστωτικής σύμβασης, ως και ο όρος, ο οποίος περιέχεται στην §2 της παρεπόμενης (πρόσθετης) σύμβασης εγγυήσεως που καταρτίστηκε με την εναγομένη, προβλέπουν την παραίτηση του πρώτου εγγυητή, αλλά και της εναγομένης, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, από την ένσταση διζήσεως ως και από τις ενστάσεις των άρθρων 862 έως 868 του ΑΚ. Το άρθρο 862 του ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ το άρθρο 864 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Ο εγγυητής εμπίπτει και αυτός στην έννοια του καταναλωτή και προστατεύεται από το ν. 2251/1994, αφού προσέρχεται στην τράπεζα σαν πελάτης και είναι αποδέκτης των υπηρεσιών της. Με τις πιο πάνω διατάξεις παρέχεται στον εγγυητή το ευεργέτημα της ελευθέρωσης από την εγγύηση, στην περίπτωση που ματαιώνεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον οφειλέτη, με υπαίτια πράξη του δανειστή, αλλά και στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, επέρχεται απόσβεση της οφειλής χωρίς πταίσμα του εγγυητή. Ο σκοπός, επομένως, της θέσπισής τους είναι η προστασία του εγγυητή από υπαίτιες και εν γένει αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή, καθώς και από τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης σε βάρος του εγγυητή, αντίθετα από τις εύλογες προβλέψεις και προσδοκίες του τελευταίου. Έχουν, έτσι, τεθεί οι εν λόγω διατάξεις για να επιφέρουν μία δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και, όταν ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν αυτές, αποδυναμώνεται από κάθε προστασία απέναντι από οποιαδήποτε υπαίτια ή και ανυπαίτια, αυθαίρετη ενέργεια της τράπεζας, αφού η τελευταία μπορεί να μην επιδεικνύει την επιμέλεια και σύνεση που απαιτείται για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή. Περιορίζεται, δηλαδή, ουσιωδώς η ευθύνη της τράπεζας, εφόσον δικαιολογείται στην τελευταία να ζημιώσει τον εγγυητή, χωρίς να επιφυλάσσεται αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας και γι' αυτόν από τις αυθαίρετες ενέργειες εκείνης, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σαφώς εις βάρος του εγγυητή. Επομένως, ο επίμαχος όρος της από 2.7.1996 πρόσθετης σύμβασης εγγυήσεως, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω διαλαμβανόμενα άκυρος ως καταχρηστικός, καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού που προβάλει η εναγομένη. Συνακόλουθα, παραδεκτά αυτή προβάλει την, εκ του άρθρου 862 του ΑΚ, ένσταση ελευθερώσεώς της από την ένδικη εγγύηση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε εξυπηρέτηση της ως άνω χορηγούμενης πίστωσης, ανοίχθηκε στην πιστοδότρια τράπεζα ο με αριθμό ** λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε κανονικά μέχρι τον Ιούνιο του 1996, οπότε και το πρώτον παρατηρήθηκε μη καταχώρηση πληρωμών στον ως άνω λογαριασμό εκ μέρους της πιστούχου εταιρείας. Εν όψει ακριβώς αυτής της εμπλοκής στην πληρωμή των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας εκ του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, αυτή κατάρτισε με την εναγομένη Ε.Σ.* την πιο πάνω σύμβαση παροχής εγγυήσεως. Εξάλλου, τα αρμόδια όργανα της δανείστριας τράπεζας επέδειξαν βαριά αμέλεια ως προς την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία. Η δε βαριά αμέλεια της δανείστριας συνίσταται στο ότι αν και γνώριζε τη φθίνουσα οικονομική πορεία της οφειλέτριας «Π.** ΑΕ» ήδη από τον Αύγουστο του 1996, οπωσδήποτε δε από το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, καθυστέρησε να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό και να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, παρατείνοντας άτυπα το χρόνο εξοφλήσεως του εξ αυτού χρέους και περαιτέρω δεν επεδίωξε να εισπράξει, με αναγκαστική εκτέλεση, τη διαμορφωθείσα, κατά το χρόνο εκείνο, στο ποσό των 51.814.458 δραχμών απαίτησή της, είτε από τα περιουσιακά στοιχεία της ανωτέρω πρωτοφειλέτριας, είτε διά πλαγιαστικής ασκήσεως των αξιώσεων της τελευταίας έναντι τρίτων δανειστών της. Συγκεκριμένα, η μόνη εξασφάλιση που είχε η δανείστρια τράπεζα έναντι της πρωτοφειλέτριας ήταν η κατοχή αξιογράφων πελατείας της τελευταίας. Κατ' ουσίαν η τέτοια κατοχή δεν αποτελούσε εξασφάλιση της πιστοδότριας, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις εισέρχονταν στον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, αποτελώντας κονδύλια αυτού και έχαναν την αυτοτέλειά τους, όπως τούτο σαφώς κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, σε σχετική ερώτηση της Εισηγήτριας της υπόθεσης. Ωστόσο, τα εν λόγω αξιόγραφα, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 1996, δηλαδή ένα και πλέον έτος πριν από το οριστικό κλείσιμο του ένδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, άρχισαν να μην πληρώνονται, με συνακόλουθο αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση των επιμέρους απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας και τη μη ομαλή λειτουργία της δανειακής σύμβασης. Μόνο τότε και δη τον Ιούλιο του παραπάνω έτους, η πιστοδότρια τράπεζα κατάρτισε, προς πρόσθετη εξσφάλισή της, σύμβαση εγγυήσεως με την εναγομένη, σε ακίνητο της οποίας ενέγραψε, στις αρχές Οκτωβρίου 1996, προσημείωση υποθήκης. Εν τω μεταξύ, η δανείστρια τράπεζα πέτυχε, κατόπιν σχετικών αιτήσεών της ενώπιον του αρμοδίου δικαστή του Ειρηνοδικείου αλλά και του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διαταγές πληρωμής με βάση τα παραπάνω αξιόγραφα πελατών της πρωτοφειλέτριας. Οι εν λόγω διαταγές πληρωμής εκδίδονταν προφανώς μη νόμιμα, ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, οι απαιτήσεις από τα αξιόγραφα αυτά δεν μπορούσαν να επιδιωχθούν μεμονωμένα, εφόσον εισερχόμενες στον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό είχαν χάσει την αυτοτέλειά τους. Πέραν των ανωτέρω ενεργειών, η δανείστρια τράπεζα δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια, προς ικανοποίηση της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια, μολονότι μπορούσε να ασκήσει πλαγιαστικά αξιώσεις αυτής έναντι τρίτων, ενόψει του ότι, όπως αποδεικνύεται από τον νομότυπα προσκομιζόμενο (θεωρημένο αρμοδίως) ισολογισμό της εταιρείας «Π.** ΑΕ» για την εταιρική χρήση 1996, η τελευταία είχε κατά το χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση κατά της εταιρείας «Π.** ΑΕ» ύψους 56.219.341 δραχμών. Αντιθέτως, η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στην πρωτοφειλέτρια, άτυπα, παράταση εξόφλησης του ως άνω χρέους της, πειθόμενη, ως η ίδια ισχυρίζεται, στις προφορικές διαβεβαιώσεις του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου περί έγκαιρης πληρωμής. Τελικά, η δανείστρια τράπεζα έκλεισε οριστικά τον επίδικο λογαριασμό, μετά το θάνατο του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της πρωτοφειλέτριας (7.7.1997) και δη στις 29.7.1997, με προκύπτον χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 61.267.596 δραχμών, ήδη 170.802,18 ευρώ, ενώ με αίτησή της, η οποία υποβλήθηκε στον αρμόδιο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 17.9.1997 και στρέφονταν κατά της πρωτοφειλέτριας «Π.** ΑΕ», του νομίμου εκπροσώπου της αλλά και της ήδη εναγομένης Ε.Σ.**, ζητούσε την καταβολή του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου πέτυχε δε την έκδοση της με αριθμό 15737/1997 διαταγής πληρωμής. Ωστόσο, η δανείστρια ουδέποτε προχώρησε σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πρωτοφειλέτριας με βάση την παραπάνω διαταγή πληρωμής. Και βέβαια, η ενάγουσα τράπεζα ισχυρίζεται ότι δεν προέβη σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρωτοφειλέτριας «Π.** ΑΕ», για το λόγο ότι δεν βρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία αυτής. Τούτο, όμως, δεν αποδείχθηκε, καθόσον δεν προσκομίζεται έκθεση δικαστικού επιμελητή, στην οποία να βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε για κατάσχεση περιουσία (κινητή ή ακίνητη) της ανωτέρω πρωτοφειλέτριας, ενόψει και της ασαφούς περί τούτου κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει για ποιο λόγο δεν έγιναν από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πιστούχου, διότι δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με το σχετικό φάκελο. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν τράπηκε σε υποθήκη η ως άνω προσημείωση σε ακίνητο της εναγομένης, γεγονός το οποίο δεν ασκεί ούτως ή άλλως έννομη επιρροή όσον αφορά την κρίση περί ύπαρξης βαριάς αμέλειας της τράπεζας, η οποία αφού εφησύχασε καθόσον εξασφάλισε την άνευ όρων εγγυήση της εναγομένης, η οποία παρανόμως παραιτήθηκε από τα στοιχειώδη δικαιώματά της, θεωρούσε σίγουρη την ανέξοδη ικανοποίηση της απαίτησής της από την τελευταία.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η εκ του άρθρου 862 του ΑΚ ένσταση που προβάλει η εναγομένη και να ελευθερωθεί αυτή από την υποχρέωσή της προς καταβολή της επίδικης απαίτησης για την οποία εγγυήθηκε. Εφόσον δε η κατά τα ανωτέρω παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών (ενστάσεων) που αυτή, ούτως ή άλλως επικουρικά, προβάλει.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως της εναγομένης. Τα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, που νίκησε, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού νομίμου αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 191 §2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Πρόεδρος: Π. ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΟΥ
Εισηγητές: Α. ΝΤΕΛΗ
Λήμματα: Γ.Ο.Σ. ,Παραίτηση του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 862-868 ΑΚ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ
Ετος: 2004
Τόμος: 52
Σελ.: 1592

Νομικός παραστάτης της εγγυήτριας ήταν ο κύριος Μάρκος Κουντουρούδας.

Το παρόν άρθρο σχετίζεται άμεσα το άρθρο: Τα "επειδή" για την απαλλαγή του εγγυητή.


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας