Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Αθανάσιος Μανουσόπουλος - Nτοκουμέντο



Ο πρώην Νομάρχης Λευκάδας μιλάει στον Γιώργο Λογοθέτη.


Ο δημοσιογράφος και πρώην Δήμαρχος Απολλωνίων Γιώργος Λογοθέτης ανάρτησε προ ημερών στο διαδίκτυο την συνέντευξη που είχε πάρει από τον αείμνηστο Αθανάσιο Μανουσόπουλο. Ο Αθανάσιος Μανουσόπουλος διετέλεσε Νομάρχης Λευκάδας και Ιθάκης (27 Απρίλη 1947 - 14 Μαρτίου 1949) την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Επί μια 20ετία ο Μανουσόπουλος θήτευσε ως νομάρχης και στους νομούς Πρεβέζης, Βοιωτίας, Σερρών, Θεσσαλονίκης και Μεσσηνίας και θεωρείται σήμερα σαν ένας από τους σπουδαιότερους λειτουργούς της τοπικής αυτοδιοίκησης της Ελλάδας. 

Στο βίντεο το οποίο δημοσιεύουμε σε αυτό το άρθρο ο Αθανάσιος Μανουσόπουλος σε ηλικία 93 ετών μιλάει στον Γιώργο Λογοθέτη για το βιβλίο του με τίτλο «Μαρτυρίες Γεγονότα και Μνήμες (1946-1965)» (εκδόσεις Κονιδάρη, Αθήνα 2002) για την εποχή του εμφυλίου στην Λευκάδα, για τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης Πάνο Γιανούλη και Τζαβέλαινα, αλλά και για το κύμα της τρομοκρατίας των εθνοφυλάκων και παλιών ταγματασφαλιτών

Παρακάτω δημοσιεύουμε το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Αθανάσιου Μανουσόπουλου όπως αυτό βρίσκεται στο βιβλίο του ενώ στο τέλος ακολουθεί το βίντεο- ντοκουμέντο του Γιώργου Λογοθέτη.
Γεννήθηκα στην Αθήνα στο -ιδιόκτητο- σπίτι μας στην οδό Ευνειδών 5, δεύτερη πάροδο αριστερά της Ιεράς Οδού από την οδό Πειραιώς (συνοικία Κεραμεικού), στις είκοσι του μήνα Αυγούστου του έτους 1909. Την χρονιά που έγινε η επανάσταση του Ζορμπά, αυτή που κάλεσε, που έφερε από την Κρήτη τον μεγάλο πολιτικό -τον δικαίως αποκληθέντα εθνάρχη- Ελευθέριο Βενιζέλο. 

Ο πατέρας μου ήταν από το Λεοντάρι της επαρχίας Μεγαλόπολης, του νομού Αρκαδίας. 'Εφυγε από το χωριό του για την Αθήνα για οριστική εγκατάσταση το 1895 σε ηλικία είκοσι χρόνων. Με τη βοήθεια του μπάρμπα του, αδελφού της μητέρας του -μόνιμου κάτοικου Αθήνας- Γιώργη Αναγνωστόπουλου, άνοιξε μαγαζί υφασμάτων στο κέντρο, στην οδό Βραχείας 3-5, το σημερινό τέρμα της οδού Μητροπόλεως. Την εποχή εκείνη η οδός Μητροπόλεως είχε πολλά ονόματα. Από το Σύνταγμα μέχρι τον Ιερό Ναό Μητροπόλεως και από εκεί μέχρι το Μοναστηράκι που τερμάτιζε, ονομαζόταν Ντέκα, Πλουτωνος, Πλατεία Παντελεήμονος και τελευταία Βραχείας. 

Στο Μοναστηράκι ήταν η πιάτσα αμαξιών -ταξί- με ένα ή δύο άλογα που εξυπηρετούσαν τους πολίτας. Στην οδό Ντέκα ήταν το μοναδικό πολυκατάστημα ψιλικών του Παπασπυρόπουλου, που συγκέντρωνε τον γυναικείο κόσμο, της τότε μικρής, αλλά ωραίας Αθήνας. 

Ο πατέρας μου παντρεύτηκε το 1907 σε ηλικία 32 χρόνων με την Ελένη, κόρη του Νικόλα Θεοχάρη από το Ανάπλι και της Πηνελόπης, το γένος Τζωρτζοπούλου, καταγομένης από το Άργος. Και πήρε προίκα -τότε ήταν θεσμός- είκοσι χιλιάδες δραχμές (χρυσές) και ένα σπίτι στο κέντρο του Ναυπλίου, στο οποίον το ισόγειο ήταν η τότε γνωστή ταβέρνα του Κουλούκη. 

Ο πατέρας μου είχε τέσσερα αδέλφια. Την Αντώνα, σύζυγον Μακρινιώτη, την Μαριγώ, σύζυγον Αθανασ. Οικονομίδη, γιατρού, την Κωνσταντίνα, σύζυγον Μιχ, Καραλιά, μόνιμων κατοίκων Λεονταρίου και τον μικρότερο Φώτη, που τον είχε συνέταιρο στο μαγαζί. Η μητέρα μου είχε κι αυτή τέσσερα αδέλφια, Την Ζωή, σύζυγο Χρ. Σαλίβερου, βιβλιοπώλη στην οδό Σταδίου, την Κλεονίκη, σύζυγο του Ιωαν. Τσολακοπούλου, συμβολαιογράφου στο Ανάπλι, την Αθανασία, που πέθανε μόλις 18 ετών, λίγο μετά το γάμο της μητέρας μου και τον Θεοχάρη, πτυχιούχο Νομικής - δικηγόρο, που μόλις είχε μπει στο δικαστικό σώμα, στρατεύτηκε ως έφεδρος αξιωματικός και έπεσε μαχόμενος στους Βαλκανικούς Πολέμους στο Πετρίτσι -νομού Σερρών. Το 1912-13 ο πατέρας του -ο γέρος παππούς μου, Νικόλας - αρνήθηκε να πάρει την σύνταξη. Σε τέτοιο βαθμό ήταν ο πατριωτισμός εκείνη την εποχή.

Το δημοτικό σχολείον που φοίτησα, βρισκόταν στο ίδιο τετράγωνο με το σπίτι μας -γωνία Ιεράς Οδού και Ιεροφαιιτών- και είχε διευθυντή τον δάσκαλο Τσάκο, Το Σχολαρχείο βρισκόταν στην πλατεία Ελευθερίας (Κουμουνδούρου) με σχολάρχη τον καθηγητή Σιδέρη και το γυμνάσιο -το 2ο της Αθήνας- στην οδό Σολωμού, εκεί όπου σήμερα είναι το Εθνικό Τυπογραφείο, με γυμνασιάρχη τον Παναγ. Οικονομίδη. Εδώ μία μικρή παρένθεση, στη μνήμη του γυμνασιάρχη, αλλά και σαν εικόνα που δείχνει το πνεύμα και την νοοτροπία εκείνης της εποχής. Το γυμνάσιο είχε γιορτή. 'Ηταν η ημέρα που μπροστά στα μέλη του καθηγητικού συλλόγου και του συλλόγου γονέων ο γυμνασιάρχης έδινε στους απόφοιτους της τάξης μας τα απολυτήρια. Σε καθένα μας ταυτόχρονα με τον χαιρετισμό, έκανε και μια σύσταση με μια ευχή για καλή πρόοδο. Μετά από μένα, ήλθε η σειρά συμμαθητή μου, ο οποίος στο τέλος ευχαρίστησε τον γυμνασιάρχην χρησιμοποιώντας την λέξη «μερσί». Τότε, τον έπιασε από το αφτί, του το τράβηξε λίγο, συμβολικά και βρήκε ευκαιρία να μιλήσει για τον οφειλόμενο σεβασμό στη γλώσσα μας. «Πρέπει να μείνει ανόθευτη, ετόνισε, «ή χρήση ξένων λέξεων ξεκρέμαστα είναι ανεπίτρεπτη".

Συνέχισα τις σπουδές μου με επιτυχία στη σχολή Νομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Καποδιστριακό, όπου και αποφοίτησα. Ο πατέρας μου ήταν απόφοιτος σχολαρχείου, ήθελε τα παιδιά του να μορφωθούν και δεν λογάριαζε δαπάνες. Θυμούμαι πως κάποτε ήταν τόσο ενθουσιασμένος από το ποίημα του Στρατήγη ο «Ματρώζος», το οποίο περιείχετο σε βιβλίο της διδακτικής ύλης του Σχολαρχείου (Νεοελληνικά αναγνώσματα τόμος Γ' ΔΗΜ. ΚΑΚΛΑΜΑΝΟΥ Αριθμ. Εγκρίσεως 42155/9.9.1921), που μας είπε ότι όποιος από μας το μάθει πρώτος, θα κερδίσει μια χρυσή λίρα. 'Ήμαστε τέσσερα αδέλφια. Η Καλλιόπη (Πόπη) γεν. 1907, εγώ το 1909, η Ισμήνητο 1912 και το 1915 το στερνοπούλι, ο Νίκος -συνταξιούχος επίτ. δ/ντής του υπουργείου Εργασίας τώρα.

Το ωραίον ήτανε ότι κανένας δεν βγήκε πρώτος, γιατί και οι τέσσαρες ήμαστε ασυναγώνιστοι. 'Ετσι, ο καλός πατέρας αντί να μοιράσει το έπαθλο στα τέσσερα, έδωσε από μία στον καθένα μας. Η ζωή κυλούσε ήρεμα και ωραία, με όνειρα για το μέλλον, όταν μια εποχή -ήταν το 1930- βγήκε αληθινό για μια ακόμη φορά -τότε για μας- αυτό που λέει ο λαός: «έχει ο καιρός γυρίσματα».

Από κακές επενδύσεις το μαγαζί έκλεισε και για να πληρωθούν οι πιστωτές, πουλήθηκαν ένα νεόκτιστο ακίνητο στον Άγιο Φίλιππα και ένα άλλο στην Οδό Ιεροφαντών 5, που ήτανε νοικιασμένο στο ΠΙΚΠΑ και λειτουργούσε ως σχολείο. Με το κλείσιμο του μαγαζιού τα έσοδα μηδενίστηκαν και τα προβλήματα συντήρησης της οικογένειας προέβαλαν απειλητικά. Σαν ένας μεγάλος δάσκαλος με ζωντανά περιστατικά, η κατάσταση αυτής της περιόδου μου προσέφερε πολύτιμη πείρα, που κατόπιν με βοήθησε κατά την άσκηση εξουσίας.

Η αδελφή μου -έχοντας τα προσόντα- προσελήφθη αμέσως στο λογιστήριο των μεγάλων Καταστημάτων Χρυσικοπούλου και εγώ προσωρινά, με σύσταση συγγενούς της μητέρας μου, του Θανάση Φατούρου, ιατροδικαστή στον Πειραιά, πατέρα του καθηγητή του Πολυτεχνείου Θεσ/νίκης Φατούρου, έπιασα δουλειά στην εταιρία Πάουερ, σε θέση βοηθού ηλεκτροτεχνίτη σε κλιμάκιον εξωτερικών κατασκευών. Δ/ντής προϊστάμενος εκεί ήταν ο επιστήμονας μηχανικός Στέφανος Κρεμμίδας, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, όπως απέδειξε, μέλος εκλεκτόν της κοινωνίας. Την πέμπτη μέρα της δουλειάς μου, όταν με κάλεσε και με ρώτησε για τις γνώσεις μου, αναγκάστηκα να του πω την αλήθεια, ότι έχω τελειώσει το Πανεπιστήμιον. Από την ίδια μέρα με τοποθέτησε προϊστάμενο στο γραφείο θεώρησηξ "Ντέβις", πινάκων παραλαβής υλικών). Τι είχε συμβεί, το έμαθα αμέσως. Ένας αρχιτεχνίτης, ονόματι Πανάγου, δύο μέρες πριν με είχε παρακαλέσει να του συμπληρώσω το Ντέβις, για να το πάει για έγκριση στον δ.ντη, στον Κρεμμίδα, ο οποίος μόλις το πήρε στα χέρια του τού είπε «μπράβο Πανάγο, ποιός το έγραψε;» κι αυτός του ανέφερε σχετικά.

Θα θυμούμαι πάντοτε μέχρι το τέρμα της ζωής μου αυτόν τον άνθρωπο που -χάρις σε μια σύμπτωση οίκοθεν, χωρίς μεσολάβηση τρίτου έσπευσε και αποκατέστησε εκεί που έπρεπε, έναν εργαζόμενον. Κατά κανόνα, η σύμπτωση είναι πάντοτε η αφορμή σε ένα περιστατικό, θετικό ή αρνητικό, που παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Η σύμπτωση, την οποία άλλοι λένε τύχη άλλοι ριζικό, όπως και αν την πει κανείς γεγονός είναι ότι γίνεται αποφασιστικός ρυθμιστής, ανατρέπει ή δημιουργεί καταστάσεις.

Η αμοιβή της Πάουερ ήταν ικανοποιητική, κάθε μεροκάματο είχε πάγια προσαύξηση 50% σαν υπερωρία - οβερτάιμ το έλεγαν.

Έτσι, με τα έσοδα από την εργασία μας, εμένα και της αδελφής μου, ήταν δυνατή η αντιμετώπιση των εξόδων του σπιτιού. Εδώ πρέπει γα πω ότι στο μικρό διάστημα της οικονομικής μας κρίσης χάθηκαν, εξαφανίστηκαν συγγενείς και φίλοι και μερικοί επεχείρησαν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση σε εφαρμογή του «δρυός πεσούσης».

Ευτυχώς, η δρυς είχε γερές ρίζες, που την κράτησαν προσωρινά γερμένη και γρήγορα την ξανάφεραν στο λεβέντικο παράστημα της. Η ακίνητη περιουσία σε μεγάλο ποσοστό προσεφέρθη «θυσία» και σύντομα ήρθε η αποκατάσταση.

Το μαγαζί όμως έκλεισε οριστικά και ο πατέρας σταμάτησε τις εμπορικές δραστηριότητες. Τότε όμως σημειώθηκε και μια εξαίρεση στο παραπάνω ρητό: η ιδιοκτήτρια του καταστήματος, αείμνηστη Πολυξένη Θεοφανοπούλου, σύζυγος του καθηγητή του Πανεπιστημίου, η οποία έτρεφε σε μένα στοργή και αγάπη, προσεφέρθηκε να βοηθήσει και έτσι το μαγαζί να συνεχίσει να λειτουργεί, κάτι που θα είχε συνέπεια να στραφώ προς το εμπόριο. Την ευχαρίστησα, εξέφρασα την ευγνωμοσύνη μου για την πολύτιμη προσφορά της, αλλά δεν το δέχτηκα.

Ξαναγυρίζω στη δουλειά μου, στο μεροκάματο, στην περίοδο του σκληρού αγώνα για επιβίωση. Αναπάντεχα ένα περιστατικό που θα αφηγηθώ, ήρθε να προσαυξήσει την πίστη και το θάρρος και να μου δώσει όπλα να πολεμήσω, να αγωνιστώ. Ένα πρωινό ο Άγγλος επιθεωρητής ΝίΙ με εκάλεσε να τον συνοδεύσω σε επιθεώρηση εξωτερικών συνεργείων, στην περιοχή από την ομόνοια μέχρι την οδό Αγίων Ασωμάτων, όπου βρισκόταν το τότε ορφανοτροφείο Χατζηκώστα. Όταν η εργασία μας τελείωσε, στην επιστροφή μας για τα γραφεία, στην οδό Αδριανού, στο πέρασμά μας από την πλατεία Ελευθερίας, τη γνωστή «Κουμουνδούρου», βλέπω τον ΝίΙ να σταματά κοιτά στο συντριβάνι μπροστά σ' έναν κουλουρτζή, να παίρνει δύο κουλούρια και να δίνει ένα χαρτονόμισμα. Παίρνοντας τα ρέστα είπε στα εγγλέζικα ότι δεν ήταν σωστά και πήρε απάντηση στην ίδια γλώσσα να τα ξαναμετρήσει. Τότε έγινα μάρτυρας σε μια συγκινητική σκηνή. Ο Εγγλέζος πετάει τα ρέστα στο καλάθι και αγκαλιάζει τον κουλουρτζή, φωνάζοντας «μίστερ Σαγιάνο, μίστερ Σαγιάνο» και παίρνοντας απάντηση «άφησέ με, κάποιο λάθος κάνεις κύριε». Ήταν όμως αργά γι' αυτόν, γιατί ενώ ο Νίl μιλούσε ελληνικά, τη στιγμή εκείνη μίλησε στη γλώσσα του. Επικαλέστηκε, λοιπόν, το λάθος στα ρέστα, για να φύγουν οι αμφιβολίες του, όσον αφορά στην αναγνώριση και το πέτυχε, ακούγοντας την απάντηση στα αγγλικά. Ο Nil μοίρασε το εμπόρευμα του πανεριού στα παιδιά -είναι πάντοτε πλούσιο το «παιδομάζωμα» στην πλατεία- και ακολούθησε εκούσια απαγωγή μετά από πρόχειρες εξηγήσεις, μέχρι τα γραφεία.

Εκεί έγινε η αποκάλυψη του δράματος ενός ανθρώπου που το αντιμετώπιζε στωικά, βιοπαλεύοντας σαν ένας άγνωστος στην κοινωνία. Ο κουλουρτζής ήταν άλλοτε, ο κάποτε μέγας και τρανός επιχειρηματίας Σαγιάνο, προμηθευτής του ρωσικού στρατού κ.λπ., με κεντρικά γραφεία στο Λονδίνο. Μιλάμε για άνθρωπο - θαμώνα στα καζίνο και μέλος αξιόλογον του κόσμου των μεγαλοεπιχειρηματιών.

Στα γραφεία των επιχειρήσεών του στο Λονδίνο είχε εργαστεί ο ΝίΙ, όταν ήταν φοιτητής και μόλις αντίκρισε τον σωσία του άλλοτε αφεντικού του στο πρόσωπο του κουλουρτζή, κάτι τον έσπρωξε να δοκιμάσει, αν και όπως μας είπε, το θεώρησε τρελό, απίθανο. Χρησιμοποίησε το κόλπο για τα ρέστα και η παγίδα που εμηχανεύτηκε, τον εδικαίωσε.

Την ίδια μέρα ο Σαγιάνο προσελήφθη και ενεγράφη στις καταστάσεις αμοιβών προσωπικού σε θέση επόπτη. Πήρε μια γερή προκαταβολή και μπόρεσε να ντυθεί και να φανεί σαν άνθρωπος.

Η πρώτη του εικόνα έδειχνε μεγάλη εξαθλίωση. Ένα δράμα έκλεισε τη σκηνή του προσωρινά ή μόνιμα, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Ένα δράμα που οφειλόταν στον πόλεμο, στα καζίνα, στη θεά τύχη, ποιος μπορούσε να ξέρει; Ήταν αρκετά μια σύμπτωση, τα δυο κουλούρια, ένα στιγμιαίο περιστατικό, να βοηθήσουν να νιώσει αγάπη και στοργή ένας απόκληρος.

Γρήγορα βρήκα δουλειά στο Γενικό Λογιστήριο του υπουργείου Οικονομικών σε θέση έκτακτου υπαλλήλου. Η υπηρεσία ήταν τότε εγκατεστημένη σε κτήριον απέναντι από την πρόσοψη του Μητροπολιτικού Ναού -στην πλατεία Μητροπόλεως-, το οποίον αργότερα κατεδαφίστηκε για να μεγαλώσει η πλατεία.

Μετά τη θύελλα ακολουθεί η αιθρία. Έτσι συνέβη και με την οικονομική θύελλα της οικογενείας μου. Έγινε αποκατάσταση και από τα περιουσιακά αγαθά μετά από τας εκποιήσεις, απέμειναν τα σπίτια της οδού Ιεροφαντών 4 -σήμερα είναι ιδιοκτησία, της κόρης της αδελφής μου, Πόπης Θεώνης της οδού Ευνειδών 6 -ιδιοκτησία της αδελφής μου Ισμήνης, κληροδοτηθέν εις την κόρη του αδελφού μου Νίκου, Ελένη και της οδού Ευνειδών 5, εξ αδιαιρέτου σε μένα και στα αδέλφια μου.

Μετά την τακτοποίηση της οικονομικής κατάστασης και την πλήρη αποκατάσταση από τη μεγάλη περιπέτεια και μετά από παρέλευση μιας οκταετίας, μόνιμος πλέον υπάλληλος εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, απεφάσισα να κάνω οικογένεια.

Παντρεύτηκα το 1938 την Κασσιόπη - Αυγούστα Μαυρέττα, κόρη του Αποστόλη Αυγερινού και της Ευαγγελίας, το γένος Καραμποίκη - Μηλιαρέση. Καταγομένη από τη Λευκάδα, ορφανή από πατέρα, ήταν μόνιμη υπάλληλος στο κεντρικό της Αγροτικής Τράπεζας. Τότε υπηρετούσα εις το υποκατάστημα του Ταμείου στη Θεσ/νίκη, όπου με ακολούθησε με μετάθεση και η γυναίκα μου.

Εκεί στη Μακεδονική πρωτεύουσα, γεννήθηκε το παιδί μας, στις 20 του Ιούνη του,1940 και βαπτίστηκε την ιστορικήν ημέρα του «ΟΧΙ», στις 28 Οκτωβρίου, την πρώτη ημέρα του πολέμου. Νονός του ήταν ο Κωνσταντίνος Λεονταρίτης, Δ/ντης του υπ/τος Θεσ/νίκης του Ταμείου Παρ/κών, σπη συνέχεια υπήρξε απόφοιτος του γυμνασίου Σερρών, της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και τώρα απόστρατος επίτιμος υποναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, παντρεμένος με τη Μαρία Ιωάν. Θαλασσινού, με δύο παιδιά, τον Θανάση (1967) εκ πρώτου ατυχούς γάμου, και τη Συμεώνη - Κασσιόπη (1988).

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μου εις το Γενικόν Λογιστήριον, απεσπάστηκα στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εργάστηκα στην αναθεώρηση των συντάξεων με προϊστάμενον διευθυντήν τον αείμνηστον Γεώργιον Δεκαβάλαν. Εκεί εμαθήτευσα και εξοπλίστηκα με γνώσεις. Αξιοποίησα σε μάθηση το ενδιαφέρον του διευθυντή προς τους υπ' αυτόν υπαλλήλους. Εκεί συνδέθηκα με φιλίαν με τον τότε εισελθόντα εις τον κλάδον, Γιώργον Κουνουπιώτην, 'Ενα διαμάντι των λειτουργών του δημοσίου, που κατέλαβε επάξια τη θέση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την τίμησε.

Την θητεία μου ως κληρωτού έκανα στο Πολεμικό Ναυτικό (Αάσις 1929). Στον Ελληνοίταλικό πόλεμο, το 1940, όπως γίνεται πάντοτε με τους εφέδρους του Ναυτικού, η κλάσις μου στρατεύτηκε στον Στρατό Ξηράς. Μετά την απόλυση -είμαι κάτοχος απονεμηθέντος μεταλλίου αυτού του πολέμου- ακολούθησε το δράμα της Κατοχής.

Μεταπολεμικά, με μετάθεση εγώ και η γυναίκα μου βρεθήκαμε στις κεντρικές υπηρεσίες στην Αθήνα. Εκεί περάσαμε τις φρικτές, τις απαίσιες μέρες της Κατοχής, της πείνας, της εξαθλίωσης, των νεκρών από την πείνα που τους μάζευαν με τα καροτσάκια από τους δρόμους, τις μέρες που ήταν ταυτόχρονα τόσο ηρωικές όσο και ένδοξες, χάρις στην αντίσταση, την παλικαριά του λαού μας.

Όταν ήρθα στην Αθήνα από τη Θεσ/νίκη, νοίκιασα από τον έμπορο Μαρουλίδη για μόνιμη διαμονή την εξοχική του κατοικία στην Αγία Παρασκευή Αττικής, δεύτερη στη σειρά οικία μιας παρόδου της κεντρικής οδού Μεσογείων, στη θέση Μπερταμίνι. Το σπίτι είχε μεγάλο κήπο και βαθύ σκάμα, σκεπασμένο για καταφύγιο. 'Ηταν η φρικτή, η ανεκδιήγητη εποχή του 1941, της πείνας, του ολέθρου...

Κάτω από την ανάγκη, πήγα στη Παιανία (το Λιόπεση) και από οικογενειακό φίλο, τον μπαρμπα-ΓιάννηΝτάβαρη - Τσακανάκη που μεσολάβησε σε τρίτους, αγόρασα μια γίδα και μερικές κότες για να εξασφαλίσω το γάλα και το αυγό για το βρέφος μας και για μας.

Κάθε απομεσήμερο -μετά την επιστροφή από τη δουλειά- μ' ένα βιβλίο συντροφιά βρισκόμασταν στην πλαγιά του βουνού. Εκεί βοσκούσε και η γίδα και έλυνε το πρόβλημα της διατροφής της. Έτσι, και με τα λίγα τρόφιμα που έδινε τακτικά στους υπαλλήλους της η Αγροτική Τράπεζα, αντιμετωπίστηκαν οι κακές μέρες της απελπισίας. ο κήπος του σπιτιού μας είχε μια πορτούλα προς το γωνιακό σπίτι - βίλα, που διέμενε η οικογένεια του πλοίαρχου - μηχανικού Π.Ν. Νίκου Βήχου.

Αυτός απουσίαζε, ήταν εκεί που το καθήκον τον ζητούσε, στην Αίγυπτο με το ηρωικό «Αβέρωφ». 'Ηταν στον πόλεμο και στο σπίτι έμεναν η γυναίκα του Μαρουλία -δεν είχαν παιδιά- με τα αδέλφια της Άρτεμη, δασκάλα, Βούλα, οικοκυρά και Γιάννη, υπάλληλον Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων - (Μ.Τ.Π.Υ.), το οικογενειακό επώνυμο Χέλμη.

Η Μαρουλία είχε μεγάλη αδυναμία στα μικρά και έτσι ο γιος μας περνώντας από την πορτούλα του κήπου, τα πρωινά τα περνούσε κοντά στη φιλική οικογένεια, όπου έβρισκε στοργή και αγάπη που δεν μπορούσε να του δώσει η γυναίκα του σπιτιού, η βοηθός της νοικοκυράς, που από ανάγκη διατηρούσαμε για να προσέχει το σπίτι στην καθημερινή απουσία μας στη δουλειά.

Εκεί κοντά στην οικογένεια Βήχου και Χέλμη από μωρό ο γιος μας άκουγε για το Ναυτικό, για τους άθλους. Η Μαρουλία τον αποκαλούσε «ναύαρχο» και σιγά-σιγά ριζώθηκε, έγινε βίωμα στον μικρό και με το πες-πες μία από τις πρώτες του λέξεις ήταν κι αυτές: «θα γίνω ναύαρχος».

Ένιωθε στην αθώα, την παιδική του ψυχή αγάπη και θαυμασμό για ό,τι ήταν σχετικό με τη θάλασσα. Και η αγάπη και η αφοσίωση συνεχίστηκε στα κατοπινά χρόνια, με συνέπεια να διαλέξει για το μέλλον το Πολεμικό Ναυτικό, όπου εξάντλησε με επιτυχία την ιεραρχία της σταδιοδρομίας του μέχρι του βαθμού του ναυάρχου. Με τις οικογένειες Βήχου και Χέλμη μας συνέδεσε αδελφική φιλία.

Η εγκατάστασις στην Αγ. Παρασκευή έφερε αμέσως ένα νέο μεγάλο πρόβλημα μπροστά μας και αυτό ήταν η καθημερινή μετακίνηση και των δυο μας για την υπηρεσία μας προς Αθήνα, διανύοντας μια μεγάλη απόσταση πολλών χιλιομέτρων. 'Έπρεπε την κανονική ώρα προσελεύσεως να ευρισκόμεθα στο γραφείο μας. Η γυναίκα μου στην τράπεζα, στην οδό Πανεπιστημίου και εγώ στο Παρακαταθηκών στην Ομόνοια, στην οδό Πειραιώς, αρ. 1, Η συγκοινωνία είχε τα κακά της χάλια, γινόταν με γκαζόζεν. Στο πίσω μέρος του λεωφορείου υπήρχε ένας λέβητας -καζάνι με καύσιμη ύλη- και τα ξύλα εξασφάλιζαν την κίνηση στο όχημα.

Δεν ήταν, όμως, ποτέ σίγουρο ότι έγκαιρα θα έφτανε στον προορισμό του, καθώς συχνά σταματούσε από βλάβες. Και οι επιβαίνοντες περίμεναν με υπομονή. Η συγκοινωνία αυτή εμάς δεν μας εξυπηρετούσε, γιατί η πρωινή ώρα προσέλευσης στο γραφείο ήταν τακτή. Μπροστά στο πρόβλημα που παρουσιάστηκε, βρήκαμε για λύση ένα ποδήλατο με σχάρα, για τους δυο μας. Απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια, κόπο, ιδρώτα, δύναμη για μια διαδρομή πολλών χιλιομέτρων -μετάβαση και επιστροφή. Το βάρος έπεσε στα ποδάρια που κινούν τα πετάλια.

Έτσι, με βοηθό την καλή υγεία και την άριστη κράση που χρωστούσα στη γυμνασιακή -ήμουν, μπορώ να πω, λίγο αθλητής-, ξεπεράσαμε το πρόβλημα και ο νόμος της συνήθειας μάς δυνάμωνε. μας εξόπλιζε με θάρρος και αντοχή στην καθημερινή ποδηλατοδρομία. 'Ετσι, ήταν έγκαιρη πάντοτε η προσέλευση στις δουλειές μας.

Το Ταμείο Παρακαταθηκών είχε -και διατηρεί ακόμα- φήμη ότι διέθετε άριστα στελέχη στο προσωπικό του. Αυτό είχε συνέπεια να γίνει απόσπαση τριών υπαλλήλων, των λογιστών _εις το Πολιτικόν Γραφείον της κυβέρνησης- Φώτη Μπακάλη, Παντελή Σταθόπουλου και εμένα. Εκεί τότε βρήκαμε γενικό διευθυντή, έναν Μιχαλάκη και στελέχη εκ του στρατού, τον μετέπειτα στρατηγόν Αθανάσιον Φροντιστήν, έναν ταγματάρχην, το επώνυμον Στρατιώτην και άλλους.

Τότε, χάρις στη συνεργασία ενός εκλεκτού 'Ελληνα, ενός γνήσιου πατριώτη και παλικαριού, του Γιώργη Ξυγκογιωργόπουλου, υπαλλήλου της Βουλής, που διέμενε με την οικογένειά του στα υπόγεια των παλιών ανακτόρων -έδρα της Βουλής-, κληθήκαμε και οι τρεις των Παρακαταθηκών να προσφέρομε το κατά το δυνατόν και εισαχθήκαμε στην ομάδα αποστολής στη Μέση Ανατολή, στην Αίγυπτο, στελεχών, αξιωματικών του στρατού και οιουσδήποτε ικανού (πολιτικού κ.λπ. και αξιωματικών των τριών όπλων) να συνεχίσει τον πόλεμον δίπλα και κοντά στα παλικάρια που τιμούσαν με τη δράση τους κοντά στους συμμάχους την πατρίδα μας.

Δυστυχώς γρήγορα ήρθε η πληροφορία ότι η κίνησίς μας προδόθηκε στη Γκεστάπο και για προστασία, ανακλήθηκε η απόσπασις και των τριών έγκαιρα, πριν προλάβουν οι εχθροί να μάθουν ονόματα της ομάδας. Στο μικρό διάστημα που μείναμε εκεί, η προσφορά και των τριών μάς έκανε να αισθανόμεθα περήφανοι για τις υπηρεσίες μας στην αγωνιζόμενη πατρίδα.

Τον Ξυγκογιωργόπουλον που εθαύμασα για την μεγάλη προσφορά του, τον θυμούμαι πάντα -ο χρόνος κυλά, περνά γρήγορα. Ήρθε η απελευθέρωσις και η ζωή μικρόν και κατ' ολίγον άρχισε να ξαναβρίσκει τον ρυθμόν της, σ' έναν κόσμο γιομάτο σε απροσμέτρητο μέγεθος υλικά και, ευτυχώς ελάχιστα, ηθικά ερείπια.

Το πρώτο τρίμηνο του 1946 έγιναν βουλευτικές εκλογές, τις κέρδισε το Λαϊκό Κόμμα και με αρχηγό του τον Κώστα Τσαλδάρη, σχημάτισε κυβέρνηση. Υπουργός των Εσωτερικών ανέλαβε ο Ιωάννης Θεοτόκης, Στην κοινή εκλογική περιφέρεια του νομού Άρτας - Πρέβεζας - Λευκάδας, βγήκε βουλευτής ο Κώστας Πέτρου Καλκάνης, διαπρεπής νομικός, δικηγόρος στην Αθήνα, τέως δικαστικός, με τον οποίον είχα στενή συγγένεια. Η σύζυγός του, Μαρία, ήταν αδελφή της γυναίκας μου.

Μία από τις πρώτες ενέργειες κάθε κυβέρνησης -συνήθεια από τα παλιά χρόνια- ήταν η ομαδική απόλυση των Νομαρχών -ίσχυε ο θεσμός του κομματικού, μετακλητού Νομάρχη- και η τοποθέτηση νέων από το «μαντρί» του κόμματος. Βασικόν, μεταξύ των άλλων, προσόν ήταν οι υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στο κόμμα.

Ο συγγενής μου υπέδειξε και περιελήφθηκα εις τον πίνακα των υποψηφίων για διορισμό και την ίδια μέρα, το βράδυ στο τραπέζι μάς το ανεκοίνωσε. 'Ηταν μια ενέργεια που έδειχνε το ενδιαφέρον του, την αγάπην του, την εκτίμησή του και που μας συνεκίνησε έντονα. Μαζί με τη γυναίκα μου εξετάσαμε την τιμητική προσφορά, τις συνθήκες, και τις συνέπειες που θα ακολουθούσαν, με πρώτη την απόλυση από τη θέση μου, του λογιστή Α' τάξεως, στην οποία είχα εξελιχθεί και είχα πάρει από πολλών ετών με,την αξία μου, με συμμετοχή σε διαγωνισμό. Από την άλλη, η θέση του Νομάρχη ήταν προσωρινή, ενώ του Ταμείου μόνιμη. Η κρίσης μας στην περίπτωση αυτή ήταν η απόφασις να ευχαριστήσουμε θερμά τον συγγενή μας για την ενέργειά του, για την μεγάλη τιμή που μας έκανε και να μην δεχθούμε τη θέση.

Επειδή όμως η πρόταση με εκολάκευσε και, μπορώ να πω, κέντρισε το ενδιαφέρον μου, συμπλήρωσα ότι με ευγνωμοσύνη θα αποδεχθώ τοποθέτηση με τη νόμιμη διαδικασία «ανάθεσης καθηκόντων», που μοιάζει με απόσπαση από την κύρια θέση και δεν θίγει το ασυμβίβαστο που ισχύει σε περίπτωση διορισμού.

Έτσι δόθηκε λύση και από το Ταμείον βρέθηκα σε Νομαρχία. Ακολούθησε η δημοσίευση, Βασ. Δ/ής εις το υπ' 4 127ΙΒ-5-1θ46 Φ.Ε. Κυβέρνησης (τεύχος Γ) και ανακοίνωση με την υπ' αρ. 36605 Δ/γή υπ. Εσωτερικών τοποθετήσεως στη Νομαρχία της Πρέβεζας. 

Εδώ είναι απαραίτητη μια παρένθεση, με αφορμή τα ισχύοντα για διορισμούς, έστω και μετακλητών, σε υπεύθυνες θέσεις, με κύριον στοιχείον στα προσόντα τας υπηρεσίας του υποψηφίου εις το κόμμα.

Όταν ακολουθεί ύστερα από ένα τηλεφώνημα κάποιου ισχυρού διορισμός σε θέσεις κλειδιά, με μοναδικό κριτήριο «πόσες ψήφους θα φέρει στο κόμμα», χωρίς να εξετασθεί, να ερευνηθεί αν έχει και τα ουσιαστικά προσόντα, αν είναι έντιμος, δραστήριος, ικανός, αδιάβλητος και άξιος να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της θέσης και του αξιώματος, όταν τα ερωτήματα είναι πολλά χωρίς καμιά απάντηση, τότε δίκαια πάσχει, υποφέρει ο κρατικός οργανισμός, με συνέπεια την κακοδαιμονία σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Ο μετακλητός - κομματικός Νομάρχης κατά κανόνα ήταν υποχρεωμένος να αγνοεί τη συνείδησή του, το καθήκον του και να εικτελεί τα παραγγέλματα των πολιτικών, των τοπικών κομματαρχών. Να γίνεται άθυρμα πραγματικό και να χάνει την εκτίμηση κάθε πολίτη. Πολλές φορές είναι ένα νούμερο, ένας αριθμός άξιος χλευασμού και ύβρεων. Εδώ οφείλω να πω ότι υπήρξαν εξαιρέσεις που έγραψαν ιστορία στον θεσμόν, λίγες όμως. Κλείνω την παρένθεση.

Η τοποθέτησή μου με ανάθεση άσκησης των καθηκόντων ων του Νομάρχη στην Πρέβεζα, όπως εξήγησα, δεν οφείλετο σε προσφορά υπηρεσιών στο κόμμα. Αδέσμευτος ελεύθερος, έτρεφα μία μοναδική φιλοδοξία: να φανώ πρώτα άξιος της εκτίμησης του συγγενούς μου και να τιμήσω με θετική δράση στη διοίκηση, του νομού, μέχρι σημείου -αν ήταν δυνατό- να γράψω κάτι το καινούργιο στη ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ακόμη ξεκίνησα με εφόδιο από τα πιστεύω μου το αξίωμα «καλύτερη η έντιμη πτώση από ανέντιμη παραμονή». Δεν με ενδιέφερε ο χρόνος παραμονής στο αξίωμα, αλλά το πως θα προσφέρω θετικές. ωφέλιμες υπηρεσίες στον πάσχοντα λαό μας.

Έτσι αυτές τις αρχές, ξεκίνησα στις 10 του Μάη το 1946 και σταμάτησα ύστερα από 19½ χρόνια με παραίτηση - υπηρέτησα και τίμησα το αξίωμα και τιμήθηκα με διακρίσεις και από τις είκοσι δύο (22) κυβερνήσεις, αυτές που αντιπροσώπευσα στην διαδρομή μιας ολόκληρης εικοσαετίας. Μεταξύ άλλων τιμήθηκα με τις διακρίσεις α) Σταυρός Φοίνικα β) Χρυσός Σταυρός Γεωργίου γ) Μετάλλιον εξαίρετων πράξεων δ) Χρυσός Σταυρός μετά δάφνης και Αργυρός Σταυρός του Ερυθρού Σταυρού ε) Σταυρός του Πατριαρχείου Κων/πολης κλπ.

Τερμάτισα με παραίτηση -όπως ανέφερα-, με ψηλά το κεφάλι, ατενίζοντας τους συνεργάτες μου και τον λαό με ήρεμη τη συνείδηση, έχοντας στα χείλη μου την λέξη ευχαριστώ προς την ανωτέρα δύναμη που με προέτρεψε να ακολουθήσω τον δρόμο της τιμής, του καθήκοντος. Μέγιστον, θείον δώρον για κάθε άνθρωπο είναι να τερματίζει την πορείαν του με πλήρη ικανοποίηση της συνείδησης και με τους επαίνους -υστεροφημία- της κοινής γνώμης...

Άγω ήδη το 93ον έτος της ηλικίας μου και κοντά στην οικογένεια του γιού μου, Μιχάλη πλησιάζω προς το τέρμα ικανοποιημένος όπως έζησα. Αυτό που επιθυμώ είναι ή ευτυχία της οικογένειας του γιού μου, της αγαπημένης γυναίκας του Μαρίας και τον εγγονιών μου, της οικογένειας του αδερφού μου και λοιπών συγγενών, συνεργατών και φίλων και πέραν πάντων, πρώτα η ευτυχία της πατρίδος της Ελλάδας.

(πηγή My Lefkada)



Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας