Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Ο αστροπελεκημένος φοίνικας

  
   Ο Αντίνοος πάτησε κι άλλο το γκάζι και έστριψε με ιλιγγιώδη για τα δεδομένα του αυτοκινήτου του ταχύτητα στην οδό Παλαμά με κατεύθυνση προς τη Νεάπολη. Πήρε κλειστά τη στροφή φλερτάροντας με τα μεταλλικά κολωνάκια του αριστερού πεζοδρομίου και άναψε τη μεγάλη σκάλα των φώτων αφού η μία λάμπα των μεσαίων είχε καεί την προηγούμενη μόλις βδομάδα. Ήξερε ότι κάποιοι θα τυφλωνόντουσαν από τα μεγάλα φώτα του μικρού Νισσάν αλλά αμέσως έφερε στο νου του την καθησυχαστική σκέψη ότι η οδός Παλαμά ήταν μονής κατεύθυνσης και άρα το κακό για τους άλλους οδηγούς δεν θα ήταν σπουδαίο. Κατόπιν χίμηξε με το αυτοκίνητό του στην επόμενη μικρή ευθεία και εκείνο γρύλισε σαν μικρό αφηνιασμένο θηρίο την ώρα που κατάπινε τις λίγες δεκάδες μέτρα. Τα φώτα έπεσαν στιγμιαία πάνω στην ηλεκτροφωτισμένη πινακίδα ενός κακόφημου μπαρ με σήμα ένα φοίνικα και έπειτα πάνω σ’ ένα άλλο σαράβαλο που κάποιος είχε παρκάρει στραβά, μακριά από το οδόστρωμα. Tο βλέμμα του πετάχτηκε πιο πέρα στο βάθος του δρόμου και προς στιγμήν ένιωσε το δυνατό, διάχυτο φως των προβολέων του αυτοκινήτου να μεταμορφώνει όλα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα σε μεγαλόκορμους, αστραφτερούς από τη λάμψη ενός τροπικού ηλίου φοίνικες, σαν κι εκείνους που είχε δει κάποτε σε μια παραλία της Κρήτης.

     Ώσπου να επανέλθει στη μικρή του πραγματικότητα είχε περάσει ήδη με άλικο κόκκινο τον σηματοδότη της κεντρικής διασταύρωσης, είχε αφήσει πίσω του την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και είχε ολοκληρώσει την ανάβαση της μεγάλης βουνίσιας ανηφόρας που οδηγούσε στην οικογενειακή του κατοικία.

     Πάρκαρε άτσαλα πάνω σ’ ένα φιλόξενο πεζοδρόμιο και άρχισε να κατευθύνεται με γοργά, ασυλλόγιστα βήματα προς την κεντρική είσοδο της οικίας του σκαλίζοντας ταυτόχρονα σχολαστικά καθόλη τη διάρκεια της σύντομης διαδρομής τη μακρόστενη μύτη του με τη σπουδή ενός πολύπειρου χειρουργού που ασχολείται ενδελεχώς με την περίπτωση ενός επανειλημμένα εγχειριζομένου ασθενή.

     Ανέβηκε με την ταχύτητα της αλλοτινής του νιότης τη μεγάλη εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στο πρώτο πάτωμα και συνέχισε απνευστί για τον δεύτερο όροφο. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι δεν είχε πολύ χρόνο. Η ώρα έδειχνε έντεκα παρά τέταρτο ακριβώς, αν και στα αλήθεια ήταν μόλις έντεκα παρά είκοσι αφού το φαινομενικά ακριβό ρολόι χεριού που μονίμως φορούσε έδειχνε εκ προθέσεως πέντε λεπτά μπροστά: «Μόλις είκοσι πέντε λεπτά» μονολόγησε και όρμησε προς τη ντουλάπα. Κατέβασε γρήγορα από μια κρεμάστρα ένα άλλο φρεσκοπλυμένο, ίδιας μάρκας και στυλ, λευκό πουκάμισο και εκείνη την ανοικτή χρυσοπράσινη γραβάτα που κάποιος λησμονημένος φίλος του είχε πάρει δώρο στα γενέθλιά του. Έβγαλε το ολημερίς ταλαιπωρημένο πουκάμισο και την μαύρη γραβάτα με τους ισομεγέθεις, αδιευκρίνιστου στα μάτια του χρώματος ρόμβους και έβαλε γρήγορα το καθαρό. Μέτρησε στο κεφάλι του τη γραβάτα και την πέρασε στο χερούλι της εξώπορτας για να δέσει τον κόμπο. Σε λίγα δευτερόλεπτα ήταν κιόλας έτοιμος. Εντυπωσιασμένος από τον εαυτό του με την ταχύτητα που έδενε πλέον τις γραβάτες, μία άσκηση που τον είχε βασανίσει αρκετά στο παρελθόν, γύρισε τρέχοντας πίσω στο αυτοκίνητο.

    Έκλεισε με περίσσια δύναμη την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, έβαλε το κλειδί στην βασανισμένη μίζα, πάτησε νευρικά με το δεξί του πόδι το πεντάλ του γκαζιού και κοιτώντας κάπως αμήχανα το σπασμένο εδώ και χρόνια κοντέρ του Νισσάν ένιωσε σαν τον ήρωα ηλεκτρονικού παιχνιδιού που έπρεπε να τερματίσει μια ακόμη πίστα έχοντας αντίπαλο το χρόνο.

     Καθώς περνούσε μπροστά από τη μεγάλη πινακίδα που οριοθετούσε το Δήμο Νεάπολης αναγράφοντας την προφανή για εκείνον πληροφορία, «Όρια Δήμου Νεάπολης», ο Αντίνοος ξανάριξε μια δεύτερη κλεφτή ματιά στο ρολόι του. Ήταν έντεκα παρά εφτά λεπτά, δηλαδή έντεκα παρά δώδεκα. «Μόλις δεκαεπτά λεπτά» μονολόγησε γνωρίζοντας πως ο Τζακ ήταν φιλύποπτος με τις αργοπορίες.

     Ο Γιάννης Ανδρέου ή αλλιώς «Τζακ ο Φοινικάνθρωπος» – ένα παρατσούκλι που είχε κολλήσει ο ίδιος στον εαυτό του μιας και είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια στα παράλια της Συρίας – ήταν ένας από τους πρώτους πελάτες που είχε αποκτήσει στην αρχή της σταδιοδρομίας του ο Αντίνοος. Θυμόταν καλά ότι τον είχε αναλάβει τότε κατά παράβαση των θεμελιωδών του αρχών, μολονότι δηλαδή ο Τζακ του είχε αυτοσυστηθεί ως «σχεδόν απένταρος», πρώτον γιατί ποτέ του δεν πίστεψε τη λέξη «σχεδόν» και δεύτερον γιατί ένιωσε πως ο Τζακ με τις πλείστες γνωριμίες του, τις διασυνδέσεις που είχε στο λιμάνι ως πρόεδρος επί πολλά συναπτά έτη του σωματείου των ναυτεργατών και τις θρυλούμενες άριστες σχέσεις με τρανταχτά ονόματα εφοπλιστών, ήταν ο πελάτης που ίσως θα μπορούσε να τον οδηγήσει στα ψηλά δώματα της δικηγορίας, ακόμη κι αν ο ίδιος του έδινε ψίχουλα.

    Ευτυχώς για τον ίδιο, ο Τζακ δεν είχε διαψεύσει τις προσδοκίες του. Τα λεφτά που του έδινε ήταν λιγοστά και μετρημένα, όμως τα ψίχουλα πολλαπλασιάζονταν με τον καιρό σε σημείο που ενωμένα πλέον σχημάτιζαν «μια ωραία φέτα ψωμιού» όπως αρεσκόταν ο Αντίνοος συχνά να χαρακτηρίζει στον εαυτό του την κατάσταση. Επιπλέον μέσω του Τζακ ο Αντίνοος είχε κατορθώσει όχι μόνο να διευρύνει το πελατολόγιο του με κάθε είδους αποβράσματα του λιμανιού και της καλής κοινωνίας, αλλά συνάμα να επιλύσει ανέλπιστα πλείστες στρατολογικές υποθέσεις πελατών του τους οποίους τους εμφάνιζε ως εν ενεργεία ναυτικούς στο εξωτερικό και συνεπώς ως δικαιολογημένα απόντες κατά το χρόνο της υποχρεωτικής τους κατάταξης.

      Το μόνο πράγμα που είχε προκαλέσει κάποια εντύπωση στον Αντίνοο ήταν πως τούτη τη φορά το ραντεβού τους στο λιμάνι είχε διαφορετικό από τον συνήθη τόπο συνάντησης. Στον Τζακ άρεσε πολύ το μπαρ που είχε πέρυσι ανοίξει σε ανακαινισμένη αποθήκη του λιμανιού απέναντι από το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Συνήθως λοιπόν -και ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για σοβαρές δουλειές- επέλεγε να κλείνει τραπέζι στον πρώτο όροφο του μπαρ, δίπλα στο μεγάλο πέτρινο τζάκι και από εκεί να αγναντεύει την ασάλευτη θέα του φωταγωγημένου Θερμαϊκού, μιας και αυτό του έδινε την παράδοξη αίσθηση πως βρισκόταν ακόμη μέσα στην «Κολομπιάνα», το καρυδότσουφλο εκείνο με τα διπλά, κρυφά αμπάρια που τον είχε συντροφέψει στα ομορφότερα ταξίδια της ζωής του στις βραζιλιάνικες ακτές.

    Στην τηλεφωνική τους όμως επικοινωνία, ο Τζακ μιλώντας του γρήγορα και κάνοντας μόνο σύντομες, σχεδόν λαχανιαστές παύσεις τόνισε ότι αυτή τη φορά θα συναντιόντουσαν στην είσοδο του υπό κατασκευήν νέου υπόγειου πάρκινγκ δίπλα στο λιμάνι. «Θα είναι πιο ήσυχα εκεί» είπε με μια σχεδόν αδιόρατη περιέργεια που κρυστάλλωσε τις φλέβες του Αντίνοου για λίγα λεπτά.

      Στις έντεκα και οκτώ λεπτά ο Αντίνοος είχε παρκάρει ήδη δίπλα στο λιμάνι και είχε φθάσει έξω από τον καθορισμένο τόπο συνάντησης. Το εργοτάξιο του υπό κατασκευή πάρκινγκ δεν είχε ακόμη καμία περίφραξη και ήταν καλυμμένο με χοντρό λευκό χαλίκι σαν εκείνο που διέθεταν οι παλιές παιδικές αλάνες. Δίχως βιάση πλέον και με βήματα μάλλον πιο αργά απ’ το κανονικό προχώρησε μέσα στο εργοτάξιο πασχίζοντας μάταια να διαπεράσει με το βλέμμα του το βαθύ σκοτάδι.

      Ώσπου στην αριστερή γωνιά του φάνηκε σαν να διέκρινε μια αχνή, λοξή γραμμή καπνού να εκλύεται στην ατμόσφαιρα και να διακορεύει για λίγο το σκοτάδι. Έκανε να πλησιάσει πιο κοντά, όμως τότε η λευκή γραμμή καπνού εξαφανίστηκε και κανένα άλλο σημάδι δεν πρόδιδε πια ούτε την προηγούμενή της παρουσία ούτε την μελλοντική της επανεμφάνιση. Παρόλα αυτά συνέχισε απτόητος να κατευθύνεται προς το σημείο εκείνο που η παλιά αποβάθρα προσέγγιζε την μελλοντική είσοδο του πάρκινγκ, όταν ξαφνικά αντίκρισε το μυώδες, καλογραμμωμένο μπράτσο του Τζακ με σήμα κατατεθέν το τατουάζ ενός θαλάσσιου ιππόκαμπου να ξεπετάγεται μέσα από το βραδινό σκοτάδι σαν ένα γρήγορο καρέ ταινίας κόμικς.

   Ο Τζακ τον καλωσόρισε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα κουβανέζικου μεγέθους πούρο.

-«Άργησες λίγο μου φαίνεται» του είπε με περιπαικτική διάθεση.

-«Όχι δεν νομίζω. Ήρθα ακριβώς στην ώρα μου».

-«Στην ώρα σου; Είμαι σίγουρος ότι σύμφωνα με το ρολόι-απομίμηση Ρόλεξ που φοράς έχεις ήδη αργήσει τέσσερα λεπτά».

-«Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο παρατηρητικός» ομολόγησε με λιγοστή έκπληξη.

Ο Τζακ σώπασε για λίγο και έπειτα άρχισε να του μιλά γρήγορα και κοφτά, με τον ρυθμό ενός καλοσυντηρημένου μουσειακού μυδραλιοβόλου, για το θέμα που τον είχε καλέσει τοποθετώντας με το ένα χέρι στερεότερα στο κεφάλι του το κοντό ναυτικό του σκουφί.

-«Θυμάσαι τον Στηβ που είχε παντρευτεί μια Ελληνίδα και ύστερα σου τον έστειλα για να του βγάλεις το διαζύγιο;» ρώτησε.

-«Ε, ναι. Και τι μ’ αυτό;»

-«Ο Στηβ πέθανε στο τελευταίο μας ταξίδι. Πηγαινοερχόταν πάνω από δυο δεκαετίες στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής και σ’ ένα από τα πρώτα του ταξίδια είχε κολλήσει σύφιλη από μια Μεξικάνα που είχε ερωτευτεί στην Τιχουάνα. Εκείνη ήταν πουτάνα, μα του το ‘κρυψε μέχρι που ήταν πολύ αργά… Πονεμένη ιστορία, τέλος πάντων… Η αρρώστια αυτή του σιγόκαιγε από τότε τα σωθικά μέχρι που τον ξεπάστρεψε τελειωτικά…. Το θέμα όμως είναι ότι σ’ ένα από τα πρώτα εκείνα πέρα δώθε στη Λατινική Αμερική έκανε τυχαία επαφές με κάτι λαθρέμπορους χρυσού. Αυτοί του έδιναν μικροποσά στην αρχή, μα αργότερα περισσότερα για να μεταφέρει χρυσό πίσω στην Ευρώπη και να το παραδίνει σε δικούς τους ανθρώπους… Ενώ πολλοί έχουν φάει το κεφάλι τους με τέτοιες ιστορίες, το καλό για τον Στηβ ήταν πως είχε εχεμύθεια και υπομονή. Ως τα πολύ τελευταία του κανείς από τους συντρόφους του στα πλοία δεν γνώριζε αυτή την ιστορία, ενώ ποτέ δεν τόλμησε να κλέψει από απληστία τους εμπόρους…. Τουλάχιστον όχι πολύ. Πάντοτε κρατούσε κάτι για τον εαυτό του μα το κομμάτι εκείνο ήταν τόσο μικρό που δεν το ‘παιρνε κανείς χαμπάρι ή τέλος πάντων δεν γινόταν λόγος… Ταξίδι στο ταξίδι, γραμμάριο στο γραμμάριο όμως, ο Στηβ μάζεψε αρκετά κιλά και μάλιστα την τελευταία φορά είχε καταφέρει να κρατήσει ως μπόνους συνταξιοδότησης κι ένα άλλο ξεχωριστό αντικείμενο…»

-«Τι αντικείμενο;» ρώτησε ο Αντίνοος με εμφανή τα σημάδια της περιέργειας.

-«Δεν ξέρω, δεν μας είπε ακριβώς. Αλλά πριν πεθάνει μας έδωσε αυτό» και έβγαλε από την τσέπη του μπλουτζίν ένα προσεκτικά διπλωμένο κίτρινο χαρτί.

      Ο Αντίνοος ψηλάφισε για λίγο το χαρτί και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για χαρτί εξαιρετικής πυκνότητας και ποιότητας σαν κι αυτό που χρησιμοποιείται στα ακριβά επιστολόχαρτα. Το έπιασε με τα δυο του χέρια και το ξεδίπλωσε αργά, με ένα είδος ευλάβειας. Έπειτα άρχισε να διαβάζει απ’ έξω, με χαμηλή, πνιχτή φωνή:

«With arrows in my heart

I walk against the November rain,

I run too fast

and noone can catch me in the midnight train.

I am hunting a white ghost

in places unknown

the music and the fog

keep my spirit grown.

I start thinking of you,

the shadow that had captured me.

I feel betrayed and lost

and noone can become

my heart’s host.

I have to walk along

even if my efforts are in vain

I run too fast

and nobody can catch me in the midnight train.»

- «Μάλιστα. Και τι σημαίνει όλο αυτό; »

- «Εσένα σαν τι σου φαίνεται;»

- «Σαν απόπειρα συγγραφής ποιήματος έπειτα από οδυνηρή ερωτική απογοήτευση που σίγουρα όμως δεν ανήκει στον Ουώλτ Ουίτμαν ή στον Όσκαρ Γουάιλντ ».

-«Έτσι φάνηκε και σε μας στην αρχή» ανταπάντησε μειδιώντας κάπως χαιρέκακα ο Τζακ. «Ευτυχώς όμως, πριν πεθάνει αποφάσισε για πρώτη και τελευταία φορά να μας μιλήσει και πρόλαβε να μας πει κάποια πράγματα. Το ποίημα που κρατάς στα χέρια σου δεν είναι παρά ένα κρυπτογραφημένο κείμενο μέσα στο οποίο βρίσκονται θαμμένες οι απαραίτητες γεωγραφικές συντεταγμένες καθώς και ένας χρειαζούμενος κωδικός… Ο Στηβ είχε πάει τρία χρόνια στο βρετανικό στρατό ως ασυρματιστής και έτσι είχε μάθει καλά κάτι τέτοια κόλπα.»

- «Μήπως θες να σου δώσω να διαβάσεις καλύτερα «Το Νησί των Θησαυρών» του Ρόμπερτ Στήβενσον»; ρώτησε ο Αντίνοος με υπερβολική δόση ειρωνείας.

-«Δηλαδή, δεν με πιστεύεις;»

-«Δεν ξέρω. Πολύ κοινότοπο μου φαίνεται.»

-«Και τι μ’ αυτό; Αν δηλαδή σου έλεγα ότι τα είχε κρύψει στον Πλούτωνα θα με πίστευες περισσότερο; »

-«Χμ, τι να σου πω; Για δώστο λίγο να το ξαναδώ» είπε ο Αντίνοος συλλογιζόμενος ταυτόχρονα ποιος μπορεί να ήταν τελικά ο ρόλος που ήθελε να του αναθέσει ο Τζακ σ’ αυτή την περίεργη υπόθεση.

     Ο Τζακ έτεινε ξανά με το δεξί του χέρι το κιτρινωπό χαρτί στον Αντίνοο. Εκείνος είχε μόλις πιάσει με τα ακροδάκτυλά του το πολύτιμο έγγραφο, όταν άκουσε τον Τζακ να βγάζει μια βαθιά, σύντομη κραυγή πόνου, να κάνει ένα-δυο βήματα παραπατώντας και έπειτα να πέφτει στη θάλασσα σαν ένας αστροπελεκημένος φοίνικας την ίδια ώρα που ένας πίδακας κόκκινου αίματος ξεπεταγόταν από το στήθος του και χυνόταν στη στεριά. Σχεδόν ασυναίσθητα ο Αντίνοος πέταξε το χαρτί με το κρυπτογραφημένο μήνυμα στη θάλασσα με την κρυφή, παράλογη ελπίδα πως ίσως έτσι το άψυχο σώμα του Τζακ αναδυόταν από το βυθό και ξαναγεννιόταν από τις στάχτες του.


Γράφει ο Βίκτωρ Τσιλώνης (πηγή intellectum)


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας