Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Από το -άρα στο -άκι… Το τέλος του σοσιαλισμού; (Μια βιωματική προσέγγιση)

Σκηνή πρώτη:  Σάββατο βράδυ συντροφιά με την ΕΤ-3. Η ιστορική ομάδα της ΜΕΝΤ αγωνίζεται στην Τούμπα σε παιχνίδι που θα κρίνει την άνοδό της στην Α1. Το παιχνίδι αποδεικνύεται αρκετά αμφίρροπο τουλάχιστον ως το κρίσιμο σημείο που μας ενδιαφέρει, το τέλος του δεύτερου δεκαλέπτου. Τέσσερα δευτερόλεπτα απομένουν για τη λήξη και ο προπονητής της ΜΕΝΤ σπεύδει να πάρει τάιμ-άουτ. Ο στόχος είναι σαφής. Να μπει το καλάθι και να πάει η ομάδα πρόσκαιρα ικανοποιημένη στα αποδυτήρια. Το μέσο; `Ενα απλό σύστημα που θα βοηθήσει τους παίκτες να βάλουν εύκολα το σουτάκι. Το σουτάκι είναι εύστοχο και οι παίκτες της ΜΕΝΤ μπαίνουν χαρούμενοι στα αποδυτήρια. Στο διάλειμμα βγαίνω έξω στο μπαλκόνι για ν’ ακούσω δυο φιλάθλους του ΠΑΟΚ που συζητούν για το γκολάκι του Σαλπιγγίδη και τα άλλα γκολάκια που θα ρίξει ο ΠΑΟΚ την επόμενη αγωνιστική.

Σκηνή δεύτερη: Κυριακή πρωί στο νυν γιουσουρούμ του Ωραιοκάστρου και πρώην της Νέας Ευκαρπίας. Τι εστί γιουσουρούμ; Αποτελεί μεταφορά ή κακέκτυπο (όπως το πάρει κανείς) των παραδοσιακών ανατολίτικων αγορών. Πρόκειται, δηλαδή, για μία άτυπη λαϊκή αγορά που στήνεται και ξεστήνεται εν ριπή οφθαλμού κάθε Κυριακή έξω από το παλιό μηχανοστάσιο του Ωραιοκάστρου. Εκεί μπορεί κανείς να βρει, αφού αντέξει με σθένος τα διαρκή παλιρροιακά κύματα της κοσμοθάλασσας, κάθε λογής φθηνόπραμα κι αν είναι τυχερός και κανένα καλό δερμάτινο με την ειδική σφραγίδα του υπόπτως εισαχθέντος ή αποκτηθέντος. Εκεί το μπουφανάκι, το ρολογάκι, το φουστανάκι και το κάθε λογής -άκι έχει ολοκληρωτικώς αντικαταστήσει την μπουφανάρα, τη ρολογάρα, τη φουστανάρα, την καρπουζάρα και την κάθε λογής -άρα που διαλαλούσαν οι πραματευτάδες των παιδικών μας χρόνων, δίνοντας έτσι τη θέση του στη χρήση μίας ορολογίας η οποία προάγει αναφανδόν τον ρεαλιστικό μινιμαλισμό στη ζωή μας (για την έννοια του ρεαλιστικού μινιμαλισμού βλ. παρακάτω).

Σκηνή τρίτη: Δευτέρα παρέα με το Μέγκα, τον Αντέννα και τ’ άλλα κανάλια. Στον Άλφα, ο δημοσιογράφος κ. Αυτιάς αναφέρεται στα προβλήματα των Ελλήνων συνταξιούχων και στο τι μπορεί να κάνει ο μέσος Έλληνας συνταξιούχος τη συνταξούλα του μαζί με το γυναικάκι του, τους συγγενούληδες του και τα εγγονάκια του. Εδώ πλέον με την βοήθεια του έγκριτου δημοσιογράφου ο ρεαλιστικός μινιμαλισμός εξελίσσεται και εμπλουτίζεται αφού εκτός από το -άκι, γίνεται χρήση και άλλων συναφών καταλήξεων ( -ούλα, -ούληδες, -άκια) οι οποίοι καθίστανται σημαντικοί αρωγοί για την περαιτέρω ανάπτυξη και διάδοσή του. Μάταια ο μικρός μου ανιψιός ανοίγει έπειτα από δική μου παρότρυνση το λεξικό του Μπαμπινιώτη και εναγωνίως αναζητά τη λέξη συγγενούληδες. Σπεύδω να τον καθησυχάσω εξηγώντας του ότι σημαίνει περίπου ότι και η λέξη συγγενείς, αλλά χάριν συντομίας παραλείπω να του πω ότι ενίοτε δύναται να έχει και υποτιμητική χροιά. Ο οκτάχρονος Κώστας με κοιτά με απέραντο θαυμασμό και μου προτείνει με παιδική αφέλεια να εκδώσω αμέσως λεξικό που να περιλαμβάνει τις νέες λέξεις.

Τα παραπάνω γεγονότα δεν αποτελούν παρά σοβούσες εκφάνσεις ενός και μοναδικού φαινομένου που με υπερβολική ίσως δόση απαισιοδοξίας ονομάζω το τέλος του σοσιαλισμού. Παλαιότερα η λεκτική έκφανση του φανταστικού μαξιμαλισμού στις ζωές μας και η γραμματική-φανταστική μετατροπή του καρπουζιού σε καρπουζάρα, του αυτοκινήτου σε αυτοκινητάρα, της γκόμενας σε γκομενάρα κ.ο.κ. μπορεί μεν να διάχεε έναν άκρατο μικροαστικό μεγαλοϊδεατισμό, απέπνεε όμως συνάμα την αισιοδοξία και την αγωνιστικότητα του νεοέλληνα, ο οποίος στη χειρότερη περίπτωση προσδοκούσε την πραγματοποίηση του αμερικάνικου ονείρου επί ελληνικού εδάφους και στην καλύτερη οραματιζόταν την κοινωνική ανατροπή και την θεμελίωση της ισονομίας. Η μετέπειτα ύπουλη εκδίωξη, όμως, του φανταστικού μαξιμαλισμού και η ταυτόχρονη ολική επικράτηση του ρεαλιστικού μινιμαλισμού καθόλου δεν σχετίζεται με την απόκτηση αυξημένης αυτογνωσίας από την πλευρά του έλληνα πολίτη, ο οποίος, αφού έγινε ρεαλιστής, αντιλήφθηκε επιτέλους το ορθό μέγεθος των πραγμάτων και έσπευσε να τα τοποθετήσει εν πρώτοις λεκτικά-διανοητικά στις σωστές τους διαστάσεις.

Δυστυχώς, η ίδια η πραγματικότητα ακυρώνει συλλήβδην τις όποιες αισιόδοξες σκέψεις. Μέσα από την υιοθέτηση του συγκεκριμένου λεξιλογίου ο νεοέλληνας φαίνεται να αποδέχεται εμμέσως πλην ανεπιφυλάκτως το ρόλο του αποκαμωμένου ταξιδιώτη, του γερασμένου επαναστάτη, του γρονθοκοπημένου μποξέρ, ο οποίος έχει πλέον εξοικειωθεί μοιρολατρικά με τα κακώς κείμενα, έχει απαξιώσει την πολιτική και τους πολιτικούς, έχει παύσει να αγωνίζεται ενάντια στα χρόνια προβλήματα της εκπαίδευσης και της υγείας, στην άνιση κατανομή του πλούτου και εν κατακλείδι έχει σταματήσει να αγωνίζεται υπέρ όσων ευαγγελίζεται ο σοσιαλισμός. Έτσι, ο ρεαλιστικός μινιμαλισμός αποδεικνύεται εν τέλει πολύ χειρότερος και επικίνδυνος, αφού συνδράμει στη νάρκωση των πολιτών, στη διάβρωση των κοινωνικών κινημάτων και στην εκρίζωση οποιασδήποτε πρόθεσης για αλλαγή.

Αν υπάρχει ωστόσο κάτι ευχάριστο με το οποίο θα μπορούσαμε να κλείσουμε τούτη τη σύντομη διερεύνηση είναι η ελπίδα ο ανέλπιστος θρίαμβος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου και το μεθυστικό ολυμπιακό κοκτέιλ να αποτελέσουν το έναυσμα για την αναγέννηση του πνεύματος αγωνιστικότητας και του -άρα στη φιλοσοφία του λαού μας και όχι απλά την βραχεία έκλαμψη ενός διάττοντα αστέρα υπερχειλίζουσας αισιοδοξίας. Μπορεί όμως άραγε να συμβεί αυτό; «`Ιδωμεν»!

Γράφει ο Βίκτωρ Τσιλώνης στο intellectum

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας