Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Το απαγορευμένο δάκρυ της Δημοκρατίας



Όσοι δεν συμμετέχουν στις πορείες, βλέπουν στις ειδήσεις, την Ελληνική Αστυνομία να χρησιμοποιεί κάθε μορφής δακρυγόνα, ασφυξιογόνα και άλλου είδους χημικά όπλα και υπολαμβάνουν, ότι το Ελληνικό Κράτος, η Ελληνική Αστυνομία, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση αυτών των ουσιών. 

Όσοι συμμετέχουμε στις πορείες, αντιλαμβανόμαστε άμεσα την έννοια του χημικού όπλου και του χημικού πολέμου, που έχει κηρύξει το Ελληνικό κράτος σε κάθε μορφής διαμαρτυρόμενο πολίτη αλλά ποτέ δεν έχουμε καθίσει να ελέγξουμε, αν όντως η Ελληνική Αστυνομία έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί εναντίον μας τέτοιας μορφής όπλα. Θεωρούμε ότι οι δυνάμεις καταστολής έχουν και ασκούν δικαιώματά τους. Ωστόσο, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ 

Μια σύντομη ιστορική αναφορά είναι αναγκαία για να γίνει αντιληπτό στο συνολικό του εύρος το πρόβλημα της χρήσης χημικών όπλων. 
Οι πρώτες απόπειρες που έγιναν για την απαγόρευση των χημικών όπλων ξεκινάνε το 1874 με τη Συνθήκη των Βρυξελλών και το 1899 στη συνέχεια με τη Διακήρυξη της Χάγης. Και στις δυο απαγορεύεται η χρήση βλημάτων με ασφυκτικά και δηλητηριώδη αέρια. Δυστυχώς, όμως, δεν εφαρμόστηκαν οι σχετικές συνθήκες. Τα δηλητηριώδη αέρια στη συνέχεια, ιδιαίτερα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον με αποτέλεσμα φρικτούς θανάτους εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, αλλά και αμάχων. 

Το 1925, μετά από πολλές περιπέτειες, υπεγράφη το Πρωτόκολλο της Γενεύης, με το οποίο καταδικάζονται τα χημικά και βακτηριολογικά όπλα. Σύμφωνα με την Συνθήκη της Γενεύης του 1925, απαγορεύεται η χρήση των χημικών και βιολογικών όπλων. Το πρωτόκολλο που συντάσσεται και υπογράφεται σε ένα συνέδριο που διεξήχθη στη Γενεύη, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, από τις 4 Μαΐου έως τις 17 Ιουνίου 1925, τέθηκε τελικώς σε ισχύ στις 8 Φεβρουαρίου 1928. 

Η σύμβαση αυτή υπογράφηκε από 128 έθνη. Υιοθετήθηκε επίσημα το 1929 σαν επέκταση στα δικαιώματα που εγγυώνται από Συνθήκη της Χάγης του 1907. Κυρώθηκε από την Ελλάδα το 1931 


Αναθεωρήθηκε το 1949, με τις τροποποιήσεις που υιοθετήθηκαν στις 12 Αυγούστου του 1949, από τη διπλωματική διάσκεψη για την καθιέρωση των διεθνών Συνθηκών για την προστασία των θυμάτων του πολέμου, που διοργανώθηκε στη Γενεύη, από 21 Απριλίου έως 12 Αυγούστου 1949, και τέθηκε σε ισχύ την 21 Οκτωβρίου 1950. 

Το 1969, ο ΓΓ του ΟΗΕ, Ου Θαντ, πρότεινε στη γενική συνέλευση του οργανισμού:
- Να ανανεώσουν τα Ηνωμένα Έθνη την έκκλησή τους προς όλα τα κράτη να προσχωρήσουν στο Πρωτόκολλο της Γενεύης του 1925 και 

- Να κάνουν σαφή δήλωση, ότι η απαγόρευση που περιλαμβάνεται στο Πρωτόκολλο της Γενεύης έχει εφαρμογή στην πολεμική χρήση όλων των χημικών, βακτηριολογικών και βιολογικών ουσιών (συμπεριλαμβανομένων των δακρυγόνων και άλλων βλαπτικών ουσιών), όσων υφίστανται σήμερα και όσων μπορεί να αναπτυχθούν στο μέλλον." 

Ογδόντα κράτη συνυπογράφουν την απαγόρευση κάθε χημικού όπλου.

Η πρόταση του Ου Θαντ εγκρίθηκε με 80 θετικές ψήφους έναντι 3 αρνητικών (ΗΠΑ και Αυστραλία -που εκείνη την εποχή βομβάρδιζαν με χημικά το Βιετνάμ- και την Πορτογαλία -που επιχειρούσε να καταστείλει τις εθνικοαπελευθερωτικές εξεγέρσεις στις δικές της αποικίες) και 36 αποχών (Απόφαση 2603, 16/12/1969). 

Και τα σχετικά Ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης 
A/RES/65/51 
A/RES/63/53 
A/RES/61/61 
A/RES/59/70 
A/RES/57/62 
A/RES/55/33

Η Ελλάδα, μαζί με τις περισσότερες δυτικές χώρες απείχε.
Η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Σουηδία, η Φιλανδία και η Κύπρος του Μακάριου, που είχε νωπή τη δική της εμπειρία από τα δακρυγόνα των Βρετανών (όπως και η Ιρλανδία), τόλμησαν να καταδικάσουν τα χημικά όπλα. 

Το 1972 υπογράφεται η σύμβαση της Γενεύης για βιολογικά όπλα και τοξίνες. 

Υπογράφουν για πρώτη φορά τότε και οι δύο υπερδυνάμεις, και η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, και οι δύο αυτές χώρες στη συνέχεια δεν τήρησαν τις υπογραφές τους. 

Το 1985 αποφασίζεται η πλήρης απαγόρευση χημικών και βιολογικών όπλων από τη σχετική συμφωνία που υπέγραψαν Ρήγκαν και Γκορμπατσώφ. Δυστυχώς, όμως, και αυτή η συμφωνία έμεινε στα χαρτιά. 

Το 1986 λαμβάνεται απόφαση στον Ο.Η.Ε. για την πλήρη κατάργηση χημικών και βιολογικών όπλων και την απαγόρευση της παραγωγής τους. Στη γενική συνέλευση ψήφισαν υπέρ αυτής της απόφασης εκατόν μία χώρες, έντεκα ψήφισαν κατά, σαράντα τρεις ήταν οι αποχές, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.

Το 1989, γίνεται άλλη μία προσπάθεια για την απαγόρευση των χημικών όπλων. Ήταν και αυτή ανεπιτυχής, ώσπου φτάσαμε στο 1993. 

Μετά από 12 χρόνια διαπραγματεύσεων, η συνθήκη για τα Χημικά Όπλα (CWC) εγκρίθηκε από τη διάσκεψη για τον αφοπλισμό στη Γενεύη, στις 3 Σεπτεμβρίου 1992. 


Η CWC επιτρέπει την αυστηρή εξακρίβωση της συμμόρφωσης των συμβαλλομένων κρατών. 

Η CWC είναι ανοικτή προς υπογραφή στο Παρίσι στις 13 Ιανουαρίου 1993 και τέθηκε σε ισχύ στις 29 Απριλίου 1997. 

Η CWC είναι η πρώτη συμφωνία αφοπλισμού μέσα σε ένα πολυμερές πλαίσιο που προβλέπει την κατάργηση μιας ολόκληρης κατηγορίας όπλων μαζικής καταστροφής στο πλαίσιο εφαρμόζεται παγκοσμίως διεθνή έλεγχο. 

Προκειμένου να προετοιμαστεί για τη θέση σε ισχύ της CWC, η Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Οργάνωσης για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (OPCW) ιδρύθηκε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να ετοιμάσει λεπτομερείς διαδικασίες λειτουργίας και να θέσει σε εφαρμογή την αναγκαία υποδομή για την μόνιμη υπηρεσία εφαρμογής, που προβλέπεται στη σύμβαση.

Έδρα για αυτόν τον οργανισμό ήταν η Χάγη, στις Κάτω Χώρες.
Η CWC τέθηκε σε ισχύ στις 29 Απριλίου 1997, 180 ημέρες μετά την κατάθεση της 65ης πράξης επικύρωσης. Με τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης, ο OPCW ιδρύθηκε επίσημα. 

Η Ελλάδα υπέγραψε την Σύμβαση στις 13-1-1993, την κύρωσε με το Ν 2254/1994 και την έθεσε σε ισχύ με το Ν 2991/2002. 


Το ΦΕΚ του εφαρμοστικού(sic) Νόμου 2991/2002, διαλαμβάνει στο άρθρο 1, παρ 12 με τίτλο: 

"Σκοποί που δεν απαγορεύονται από τη Σύμβαση" υπό στοιχείο δ, επί λέξει ότι: 

"Σκοποί διατήρησης της δημόσιας τάξης, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η καταστολή στάσης στο εσωτερικό του Κράτους" 

Το κυρούμενο πρωτότυπο κείμενο της Σύμβασης, στην παρ. 9 του Άρθρου ΙΙ, που φέρει τίτλο "DEFINITIONS AND CRITERIA" αναφέρει επί λέξει:
"9. "Purposes Not Prohibited Under this Convention" means: 

(a) Industrial, agricultural, research, medical, pharmaceutical or other peaceful purposes; 

(b) Protective purposes, namely those purposes directly related to protection against toxic chemicals and to protection against chemical weapons; 

(c) Military purposes not connected with the use of chemical weapons and not dependent on the use of the toxic properties of chemicals as a method of warfare; 

(d) Law enforcement including domestic riot control purposes."

Εν προκειμένω ήδη βλέπουμε μια σειρά από μερικές εννοιολογικές τροποποιήσεις, που επήλθαν κατά τη μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου. 

Η ακριβής μετάφραση του στοιχείου (d) της παρ. 9 του άρθρου 2 του πρωτότυπου κειμένου θα μπορούσε να είναι η εξής: 

(επιτρέπεται η χρήση χημικών όπλων προκειμένου για την) "Επιβολή του Νόμου ("law enforcement") συμπεριλαμβανομένων σκοπών ελέγχου εσωτερικής (domestic) στάσης (riots)" 

Ήδη διαπιστώνεται, ότι με τον εφαρμοστικό Νόμο ψηφίστηκε κάτι λίγο διαφορετικό, σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο της Διεθνούς Συνθήκης, την οποία έχει υπογράψει και έχει κυρώσει η Ελλάδα. 

Φαίνεται, σαν να χάθηκε το νόημα της Συνθήκης, κάπου στη μετάφραση... 

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΜΗΣ ΤΑΞΗΣ 

Το πρωτότυπο κείμενο μιλά για επιβολή του Νόμου, επιβολή της έννομης τάξης ("law enforcement"). Σκοπός της διάταξης, λοιπόν, είναι να διασφαλίσει την έννομη τάξη, να επιβάλλει το νόμο. 

Πότε όμως είναι αναγκαία η επιβολή του Νόμου; 

Πότε κινδυνεύει η έννομη τάξη; 

Προφανώς, όταν η έννομη τάξη έχει ήδη παραβιαστεί, δεν γεννάται καμιά αμφιβολία, ότι διατηρείται από τα Συμβαλλόμενα κράτη το δικαίωμα χρήσης χημικών όπλων, ενόψει του σκοπού διατήρησης της νομιμότητας. Η Συνθήκη αντιλαμβάνεται, ότι η έννομη τάξη χρειάζεται προστασία και θωράκιση, ώστε να μην καταλυθεί ή ακόμα κι αν έχει σημειωθεί κατάλυση της έννομης τάξης, αντιλαμβάνεται τη χρήση χημικών όπλων ως μέθοδο επανόδου στη νομιμότητα.

Ωστόσο, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι εξακολουθεί να ισχύει η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία, το επιβαλλόμενο μέτρο θα πρέπει να είναι πρόσφορο, ικανό και ανάλογο stricto sensu, δηλαδή το λιγότερο επαχθές, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα προτεινόμενα ή/και δυνατά μέτρα. 

Δηλαδή, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, για να καταστεί νόμιμη η χρήση χημικών όπλων, απαιτείται προηγουμένως να υπάρχει άμεση, πραγματική και ενεστώσα ανάγκη, δηλαδή να έχει επισυμβεί κατάλυση της έννομης τάξης, η οποία δεν είναι δυνατό να αναστραφεί με άλλη μέθοδο, πλην της χρήσης χημικών όπλων. Απαιτείται, δηλαδή, να έχει διαμορφωθεί μια τέτοιας ποιότητας και ισχύος πραγματική κατάσταση, που να απαιτείται η χρήση χημικών όπλων, ως έσχατο μέσο επανόδου στη νομιμότητα και εφόσον προηγουμένως έχει βάσιμα εκτιμηθεί, ότι άλλες μέθοδοι δεν είναι πρόσφορες και ικανές ή ότι με βεβαιότητα θα αποτύχουν. 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, η χρήση χημικών όπλων δεν δικαιολογείται και σύμφωνα με το κείμενο της Συνθήκης, δεν επιτρέπεται, αφού άλλωστε, δεν θα ήταν ανάλογη του επισυμβάντος κινδύνου και συνεπώς, θα ήταν μη ανάλογη, καταχρηστική και παράνομη. 

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η έννομη τάξη δεν έχει υποστεί ακόμα καμιά παραβίαση; 

Τι γίνεται όταν η έννομη τάξη τείνει να παραβιαστεί; 

Σύμφωνα με μια ελάσσονα τελολογική προσέγγιση του κειμένου της παρ. 9 του Άρθρου ΙΙ, που φέρει τίτλο "DEFINITIONS AND CRITERIA", της Συνθήκης, με την οποία θεσπίζεται εξαιρετική διάταξη από τις απαγορεύσεις της Συνθήκης, η επιβολή του Νόμου είναι αναγκαία, ακόμα κι όταν ο Νόμος δεν έχει ακόμα παραβιαστεί αλλά τείνει να παραβιαστεί ή, όπως θα λέγαμε στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, εφόσον υπάρχει "αρχή επίθεσης" ή "παρούσα επίθεση".

Αλλά, σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια οποιαδήποτε επίθεση. Θα πρέπει η αρχή της επίθεσης να εκτιμηθεί με βάση αντικειμενικά πραγματικά περιστατικά ως εξαιρετική και σπουδαία, σε σημείο που να δικαιολογείται η χρήση χημικού οπλισμού. Δηλαδή, σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, η χρήση του χημικού οπλισμού θα πρέπει να δικαιολογείται απόλυτα από τα ποιοτικά και τα πραγματικά χαρακτηριστικά της επίθεσης, η οποία θα πρέπει να δημιουργεί άμεση, πραγματική και ενεστώσα ανάγκη για χρήση χημικών όπλων, αφού προηγουμένως άλλα ηπιότερα μέσα δεν στάθηκαν ικανά και πρόσφορα να αντιμετωπίσουν την διαμορφωθείσα κατάσταση. 

Διαφορετικά και σε περίπτωση ελλείψεως αυτών των ποιοτικών και πραγματικών χαρακτηριστικών, που θα μπορούσαν να προσδώσουν σε μια επίθεση τον χαρακτηρισμό της σπουδαίας ή/και της επικίνδυνης, η χρήση χημικών, εξακολουθεί να απαγορεύεται ενόψει του γενικού απαγορευτικού κανόνα της Συνθήκης αλλά και της αρχής της αναλογικότητας.

Και αυτό διότι, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ο μείζων τελολογικός σκοπός της Συνθήκης. Η Συνθήκη έχει ως στόχο της, την ολοσχερή κατάργηση και καταστροφή των χημικών όπλων και μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπει τη χρήση χημικών όπλων, όπου περιοριστικά προβλέπεται. 

Συνεπώς, η χρήση χημικών όπλων δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα.
Απεναντίας, αποτελεί μια έσχατη και πάντως, εντελώς εξαιρετική λύση, μια εν τοις πράγμασι διαμορφούμενη αναγκαιότητα προκύπτουσα σε συνθήκες μεγάλης σπουδαιότητας, εκεί, δηλαδή, όπου τα υπόλοιπα δυνατά, διαθέσιμα, προτεινόμενα και εφαρμοσμένα μέτρα αποδείχθηκαν απρόσφορα και ανικανά να ανταπεξέλθουν. 

Μόνο τότε νομιμοποιείται η χρήση χημικών όπλων. 

Δεν δύναται, λοιπόν, αυτή η, κατά το έλασσον εξαιρετική διάταξη να συνιστά κανόνα, που τείνει στην καταστρατήγηση και στην εν τοις πράγμασι κατάργηση του μείζονος σκοπού της Συμβάσεως. Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση θα κατέληγε σε προφανή άτοπα. 

Επιτρέψτε μου τη χρήση μιας υπερβολής, προκειμένου να καταδείξω το αυτονόητα άτοπο: Εάν η εξαιρετική διάταξη μπορούσε να αναπτύξει ισχύ μεγαλύτερη από την ισχύ της ίδιας της Συνθήκης, τότε, ακόμα και για κλήση της Τροχαίας, θα μπορούσε ο τροχονόμος να μας ψεκάζει με χημικά, αφού η οδηγική μας συμπεριφορά έχει προφανώς υπερβεί τα όρια του Νόμου...

ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ:

Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι η έννομη τάξη αποτελεί συγγενή έννοια της δημόσιας τάξης, (φράση που επιλέγει ο μεταφραστής και συνακόλουθα ο Έλληνας νομοθέτης), ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, οι προϋποθέσεις χρήσης χημικών όπλων δεν μεταβάλλονται. 

Θα πρέπει, δηλαδή, να έχουμε παρούσα επίθεση ικανή να διασαλεύσει (κατά το έλασσον) ή να καταλύσει (κατά το μείζον) την δημόσια τάξη και μάλιστα, επίθεση τέτοιας σοβαρότητας και ισχύος, που στο πλαίσιο της ανάγκης, να δικαιολογεί την χρήση χημικών όπλων, ως των έσχατων πρόσφορων και ικανών για την αντιμετώπιση της κρίσης, που δεν στάθηκε δυνατό να αντιμετωπιστεί προηγουμένως με άλλα μέσα. 

Η δε εκτίμηση της σοβαρότητας και της ισχύος κάθε επίθεσης, θα πρέπει να γίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, ώστε να αποφεύγεται καταχρηστική επίκληση δήθεν "κινδύνων", προκειμένου να νομιμοποιηθεί η καταστολή με χημικά. 

Ωστόσο, παρατηρητέο είναι ότι η έννοια της "δημόσιας τάξης" μπορεί να είναι εννοιολογικά συγγενής με την έννοια της "έννομης τάξης" αλλά δεν είναι ταυτόσημη.

Και τούτο γιατί η έννομη τάξη, είναι το πλέγμα των δικαιϊκών κανόνων που δημιουργούν το Σύνταγμα, οι Νόμοι και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις (Υπουργικές Αποφάσεις και Προεδρικά Διατάγματα). Δηλαδή, η έννομη τάξη είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο και δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες.

Αντιθέτως, η έννοια της "δημόσιας τάξης", συγκαταλέγεται σε αυτό που αποκαλούμε αόριστες νομικές έννοιες. Το εννοιολογικό περιεχόμενο της δημόσιας τάξης διαμορφώνεται διαφορετικά, ανάλογα με την ερμηνεία και το περιεχόμενο, που ο κάθε ερμηνευτής του Νόμου θέλει να της αποδώσει.

Θα δώσω ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η λεπτή εννοιολογική διάκριση:

Αν εφαρμόζαμε το πρωτότυπο κείμενο της Συνθήκης, τότε για να δικαιολογηθεί η χρήση χημικών θα έπρεπε οι συγκεντρώσεις των διαμαρτυρόμενων πολιτών στο Σύνταγμα να καταλήγουν σε τέτοια σαφή επιβολή της έννομης τάξης, σε τέτοιας σπουδαιότητας και ισχύος προσβολή κάποιας ή κάποιων διατάξεων κάποιων νόμων, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί η διαμορφωθείσα κατάσταση ως κατάσταση ανάγκης που να δικαιολογεί τη χρήση χημικών. 

Μόνο τότε θα μπορούσε -ενδεχομένως- νόμιμα να γίνει χρήση χημικών.

Απεναντίας, η χρήση της έννοιας της "δημόσιας τάξης", δίνει το δικαίωμα στον εκάστοτε Υπουργό, με αρμοδιότητες επί των δυνάμεων καταστολής, εφόσον θεωρήσει-εκτιμήσει ότι διασαλεύεται η δημόσια τάξη, να διατάξει τη χρήση χημικών. Δεν απαιτείται αποδεδειγμένη διατάραξη της έννομης τάξης, δηλαδή δεν απαιτείται παραβίαση διατάξεως Νόμου, δεν απαιτείται επίθεση, δεν σταθμίζονται αντικειμενικά περιστατικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Απαιτείται απλά η πολιτική βούληση καταστολής και η δόση της διαταγής, επί σκοπώ διατηρήσεως της αόριστης "δημόσιας τάξης". 

Η διαφορά είναι λεπτή αλλά πολύ σημαντική: 

Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ευθεία παραβίαση Νόμου, απαιτείται σπουδαία επίθεση στην έννομη τάξη, η οποία δεν θα μπορεί να απαντηθεί με καμιά άλλη μέθοδο πλην της χρήσης χημικών όπλων. Η προσβολή της έννομης τάξης διαπιστώνεται από τον Δικαστή. 

Στην δεύτερη περίπτωση, απαιτείται μόνο η πεποίθηση κάποιου αρμοδίου, ότι κινδυνεύει η δημόσια τάξη και ενόψει του κινδύνου, διατάζεται η χρήση χημικών όπλων, ενώ η προσφορότητα και η ικανότητα άλλων μεθόδων παραμένει αδιάφορη και ανέλεγκτη. Η επίκληση της αναγκαιότητας διατήρησης της Δημόσιας Τάξης γίνεται από τον πολιτικό προϊστάμενο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (ή όπως αλλιώς κι αν ονομαστεί στο μέλλον).

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ "ΣΤΑΣΗΣ" 

Περαιτέρω, μια δεύτερη έννοια, η οποία περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο είναι "ο έλεγχος εσωτερικής στάσης" (=domestic riot control).

H στάση, με απλά λόγια, είναι η εξέγερση, η ανταρσία, η επανάσταση.
Είναι, δηλαδή, εκείνη η κατάσταση, στην οποία όχι απλά δοκιμάζονται οι θεσμοί και οι δομές του κατεστημένου πολιτικού συστήματος, αλλά βάλλονται πραγματικά και κινδυνεύουν να αφανιστούν. 

Κατά την κοινή λογική, πρώτα πρέπει να εκδηλωθεί η στάση.
Εφόσον εκδηλωθεί η στάση και είναι τέτοιας σπουδαιότητας, που καθιστά αδύνατη την επάνοδο στη νομιμότητα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εφόσον, δηλαδή, η χρήση των χημικών όπλων κρίνεται ανάλογη της σπουδαιότητας της εξέγερσης, τότε επιτρέπεται η χρήση χημικών.

Επομένως, η στάση θα πρέπει να έχει εκδηλωθεί, θα πρέπει να προϋπάρχει χρονικά, άλλως να έχει προηγηθεί και εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να είναι τόσο νομικά αξιόλογη, δηλαδή, τόσο σπουδαία και να γεννά τέτοιους πραγματικούς κινδύνους, που να επιβάλλεται η χρήση χημικών όπλων, ενόψει της ανυπαρξίας ή/και της αδυναμίας κάθε άλλου μέτρου, λιγότερο επαχθούς, προς την ίδια κατεύθυνση, το οποίο δοκιμάστηκε και απέτυχε. 

Εν προκειμένω, όμως, συμβαίνει κάτι σημαντικό. 

Η λέξη "στάση", θέτει τις προϋποθέσεις και τα άκρα όρια της νομιμότητας της χρήσης τέτοιων όπλων και εδώ ακριβώς διαπιστώνεται ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης. 

Ώστε, προϋπόθεση της χρήσης χημικών δεν είναι μια απλή αναταραχή, μια πορεία, κάποια επεισόδια, μια οποιαδήποτε απόπειρα διασάλευσης της εννόμου τάξης. 

Προϋπόθεση της νόμιμης χρήσης χημικών όπλων είναι τα πραγματικά περιστατικά να είναι τόσο σοβαρά, που να στοιχειοθετούν όχι απλά την έννοια της παρούσας επίθεσης ενάντια στην έννομη τάξη αλλά ακόμα παραπέρα, να φτάνουν μέχρι του σημείου της βίαιης στάσης και να απειλούν με πραγματική κατάρρευση, όχι απλά ένα πολιτικό σύστημα αλλά ολόκληρη τη δομή και την οργάνωση ενός κράτους.

Τότε και μόνο ενόψει αυτών των ακραίων συνθηκών, επιτρέπεται η χρήση χημικών, ένεκα της (κατά τους νομοθέτες) αναλογικότητάς τους.

Συνεπώς, η χρήση χημικών όπλων σε πορείες, σε διαδηλώσεις, σε Πανεπιστημιακούς χώρους και εν πάση περιπτώσει, σε γεγονότα που δεν εμπίπτουν στο εννοιολογικό περιεχόμενο της "στάσης" δεν επιτρέπεται.

(Στο σημείο αυτό, επιτρέψατέ μου μια προσωπική παρέκβαση: Δεν βλέπω το λόγο, οι σύγχρονες Δημοκρατίες μας να αποκρούουν με τόσο σθένος τη στάση. Εάν η πολιτική ηγεσία ενός τόπου βρίσκεται σε προφανή αντιδιαστολή με την λαϊκή βούληση, τότε εκτιμώ, ότι εξοβελιστέα είναι η πολιτική εξουσία, η οποία δεν σέβεται την λαϊκή εντολή και όχι ο λαός, ο οποίος διεκδικεί -ουσιαστικά- την επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα ή αν το θέλετε διαφορετικά, επιδιώκει την επιστροφή της εξουσίας στα χέρια του, για να την αποδώσει εκ νέου αυτός, όπου επιθυμεί. Αντιλαμβάνομαι τον αντίλογο που θα προτάξει την ανάγκη, η μετάβαση να γίνει με συμπεφωνημένες δημοκρατικές διαδικασίες και ομαλότητα, αλλά προφανώς, στάσεις δεν συμβαίνουν σε λειτουργούσες Δημοκρατίες αλλά σε καταρρέοντα συστήματα. Σε τέτοιες ακραίες συνθήκες και ενόψει της απώλειας της λαϊκής εμπιστοσύνης, που εκφράζεται με τη στάση, εξακολουθώ να μην αντιλαμβάνομαι την σπουδή των νομοθετών να προστατεύσουν τα καταρρέοντα πολιτικά συστήματα. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι άλλη κουβέντα και ενδέχεται να την κάνουμε σε άλλο χώρο. Συνεχίζω...) 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ 

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι η αρχή αυτή και με ποιο τρόπο μπορεί να εφαρμοστεί, όταν μιλάμε για δυνάμεις καταστολής, αρκεί να υπενθυμίσουμε τη φράση του Jellinek ότι 

"η αστυνομία δεν πρέπει να βάλλει κατά των σπουργιτιών με κανόνια".

Νομοθετικά, η αρχή της αναλογικότητας, αποτυπώνεται ρητά στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 3Β) και ήδη είναι Συνταγματικά κατοχυρωμένη στην Ελλάδα με τη παρ 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Η αρχή της αναλογικότητας θεμελιώνεται στην αρχή του Κράτους Δικαίου και στις αρχές που τη συναποτελούν (Μανιτάκης, "Κράτος Δικαίου και ουσιαστικός έλεγχος της Συνταγματικότητας Ι, 1994). Προκειμένου, ωστόσο, να γίνει κατανοητή η σημασία καθεαυτής της αρχής της αναλογικότητας, και της βάσης στην οποία θεμελιώνεται, κρίνεται σκόπιμη η αντιδιαστολή μεταξύ του Αστυνομικού Κράτους και του Κράτους Δικαίου. 

Αστυνομικό είναι το κράτος όπου η Διοίκηση έχει τη δυνατότητα, βάσει διακριτικής ευχέρειας, να λαμβάνει και να εφαρμόζει σε βάρος των διοικουμένων οποιαδήποτε μέτρα προς εξυπηρέτηση των σκοπών του κράτους (Σβώλου-Βλάχου, "Το Σύνταγμα της Ελλάδος", Μέρος Ι, Τόμος Α, σελ 100). 

Δηλαδή, σε ένα τέτοιο κράτος, η κρατική εξουσία δεν υφίσταται κανέναν περιορισμό υπέρ του ατόμου και κατ' επέκταση, μπορεί να περιορίσει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, σε βαθμό που ο περιορισμός να συνιστά παραβίαση.

Είναι φανερό, επομένως, ότι σε ένα τέτοιο κράτος, που προσομοιάζει, ανάλογα με το βαθμό της έλλειψης της αρχής της νομιμότητας, προς τα απολυταρχικά ή φασιστικά καθεστώτα, η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να αναπτυχθεί. 

Αντίθετα, κράτος δικαίου ονομάζεται το κράτος που διέπεται από την κυριαρχία του Νόμου (Σβώλου-Βλάχου, όπως παραπάνω, και Μανιτάκη "Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας Ι", 1994, σελ 423 επ).

Αυτό δεν σημαίνει ότι σε ένα τέτοιο κράτος ο νόμος απλώς επιβάλλεται στους διοικουμένους, από τα όργανα του κράτους αλλά ότι η κυριαρχία του νόμου, συνίσταται στον περιορισμό της παντοδυναμίας του κράτους, προς εξασφάλιση της νομικής θέσης των πολιτών και της προστασίας τους από την κρατική αυθαιρεσία. 

Το κράτος δικαίου προϋποθέτει την αναγνώριση και κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων, για την προστασία των οποίων θεσπίζει και περιορισμούς στην κρατική δραστηριότητα. Διέπεται από: 

-την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου 
-την αρχή της διάκρισης των εξουσιών 
-την αρχή της νομιμότητας, και 
-την αρχή της χρηστής διοίκησης 

Αλλά και από το συμπυκνωμένο περιεχόμενο της αρχής του κράτους δικαίου, συνάγονται ειδικότερες αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας και βεβαιότητας δικαίου, η αρχή της μη αναδρομικής ισχύος, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αρχή της αναλογικότητας. 

Επίσης, τα Δικαστήρια είναι επιφορτισμένα, βάσει της δικαιοκρατικής αρχής, με την ακύρωση αντισυνταγματικών ή/και παράνομων διοικητικών πράξεων, καθώς και με την αρμοδιότητα να ερευνούν τη συνταγματικότητα των νόμων και να αρνούνται την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου. 

Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει, λοιπόν, μια εύλογη σχέση μεταξύ σκοπού και μέσου καθώς και τον έλεγχο της επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα και των επιδράσεων αυτής. Είναι προσδιοριστικό στοιχείο του κράτους δικαίου, προϋπόθεση και απόρροιά του. 

Τα όργανα που ασκούν αστυνόμευση ανήκουν στη Διοικητική λειτουργία, γιατί ακολουθούν την κυβερνητική πολιτική (αρ. 82 και 26 παρ 2 Σ). Σκοπός της αστυνόμευσης είναι η τήρηση της δημόσιας τάξης, δηλαδή μια μορφή δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, η αστυνόμευση πρέπει να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας. 

Έκφανση της αρχής της νομιμότητας είναι οι περιορισμοί στην άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Συγκεκριμένα η αστυνομική εξουσία πρέπει να χρησιμοποιεί ποσοτικά τους προβλεπόμενους από το Νόμο τρόπους δράσης, ενώ ποιοτικά, σε δεύτερο επίπεδο, πρέπει να ενεργεί όταν συντρέχει ανάγκη, δηλαδή γεγονός που διαταράσσει τη δημόσια τάξη, για όσο χρόνο διαρκεί αυτό το γεγονός και με τον κατάλληλο τρόπο. Δηλαδή, η αστυνομική εξουσία πρέπει να εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και αυτές που τη συναποτελούν (Α. Τάχος, "Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης", 1990, σελ. 54).

Η καταχρηστική άσκηση (αστυνομικής) εξουσίας απαγορεύεται ρητά, τόσο στο άρ. 18 ΕΣΔΑ, όσο και στο Διοικητικό και Ποινικό Δίκαιο (αρ 48 ΠΔ 18/1989 και αρ 239 ΠΚ αντίστοιχα). 

Η κατάχρηση εξουσίας μπορεί να εμφανιστεί, είτε ως κατάχρηση του επιδιωκόμενου σκοπού, είτε ως κατάχρηση των μέσων που χρησιμοποιούνται προς εξυπηρέτηση του σκοπού. 

Η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει ο σκοπός να είναι νόμιμος και τα μέσα για την επίτευξή του να είναι ανάλογα του σκοπού. Ειδικότερα, ως προς τον σκοπό, το αρ 103 παρ 1 εδ. α' Σ επιβάλλει ο σκοπός να είναι η εξυπηρέτηση του Λαού, του κοινωνικού συνόλου. Συνεπώς, τα μέτρα που επιλέγονται για την εξυπηρέτηση του σκοπού πρέπει να είναι εκείνα που συνάδουν με τον σκοπό.

Τα μέσα ιεραρχούνται με βάση την αρχή της αναλογικότητας και της επιείκειας από ήπια σε επαχθή για τους διοικούμενους. Έτσι, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα της κατάστασης επιλέγεται το κατάλληλο πλην όμως ταυτόχρονα και το λιγότερο επαχθές μέτρο για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. Αυτή η ιεράρχηση των μέσων έχει την έννοια ότι πρέπει να χρησιμοποιείται το ηπιότερο μέσο και σε περίπτωση που τελικά δεν εξυπηρετεί το σκοπό, επιλέγεται το αμέσως αυστηρότερο. 

Ειδικά, δε, στην περίπτωση της χρήσης όπλων, προϋπόθεση για την νόμιμη χρήση όπλων, είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή, αφενός πρέπει να γίνεται χρήση όπλων, μόνο όποτε προβλέπεται αυτό στο Νόμο (πχ άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ) και με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφετέρου, με βάση την αρχή της καταλληλότητας, αναγκαιότητας και επιείκειας, που επιβάλλει την προηγούμενη εξάντληση ηπιότερων μέσων. 

Αντίθετα, η αρχή της σκοπιμότητας, δεν έχει καμιά θέση στο σύγχρονο Κράτος Δικαίου, παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο Νόμος θεσπίζει ρητές εξαιρέσεις υπέρ αυτής. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: 

Το Σύνταγμα της χώρας επιβάλλει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας στη χρήση όπλων και μάλιστα, επιβάλλεται η εξάντληση πρώτα των ηπιότερων μέσων. Η αστυνομική αυθαιρεσία και η καταχρηστική άσκηση αστυνομικής εξουσίας απαγορεύονται ρητά. Η αρχή της σκοπιμότητας δεν έχει καμιά θέση στο σύγχρονο Κράτος Δικαίου, παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο Νόμος θεσπίζει ρητές εξαιρέσεις υπέρ αυτής.

Αντίστοιχα, οι Διεθνείς Συμβάσεις που η Ελλάδα έχει υπογράψει και κυρώσει απαγορεύουν τη χρήση χημικών όπλων, εξαιρουμένης μόνο της εξαιρετικής περιπτώσεως, κατά την οποία ενδέχεται να κινδυνεύει πραγματικά και ουσιωδώς η έννομη τάξη και ιδίως, στην ακραία περίπτωση της στάσης. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις, επιβάλλεται εξάντληση των ηπιότερων μέσων, πριν τη χρήση χημικών όπλων. 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η χρήση χημικών όπλων σε πορείες, συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις συναθροιζόμενου κοινού, οι οποίες ουδόλως πληρούν τις προϋποθέσεις αναγωγής τους είτε σε "κατάσταση άμεσης πραγματικής και ενεστώσας ανάγκης" είτε ακόμα παραπέρα, σε "στάση" και ιδίως, όταν δεν έχει προηγηθεί η χρησιμοποίηση κανενός άλλου ηπιότερου μέσου, αλλά εξαρχής γίνεται χρήση χημικών όπλων, είναι απαγορευμένη, συνιστά απαγορευμένη κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση των Διεθνών δεσμεύσεων της χώρας και τόσο η αστυνομική αυθαιρεσία όσο και η κατάχρηση αστυνομικής εξουσίας, τυγχάνουν ελεγκτέες από τα Δικαστήρια.

Γράφει ο Μάριος Μαρινάκος (πηγή)


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας