Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Αϊσέ - Μπρος πίσω δεύτερος χρόνος



(Αποτελεί την δική μου άποψη στο αν ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ)

Όσο ήμουνα μικρός μου άρεσε να βγάνω τα καλοκαίρια μου στο χωριό της μάνας μου. Δε πα να λέγανε οι Ξαθίτες «ήρτε ο μ΄πρανέλος», εγώ έβανα τα σκουσμάκια για να πάω στον παππούλη μου και στην βαβά μου.

Παρέα μου ήτανε οι συνομήλικοι μου και οι συνομήλικοι του παππούλη μου. Απ΄ τους γερόντους άκουγα και μάθαινα τα παλιά και με τους νέους μαθαίναμε μαζύ την ζωή και τα τερτίπια της παίζοντας με τα βαζόγαλα, τα τζετζερούλια, τα πεντόβολα, τις σφεντόνες, τα λιθάρια και τα χώματα.
Μόλις έπιανε το σούρουπο ο παππούλης μου είχε συγυρίσει τα πράματα, είχε αρμέξει τη γίδα, είχε ρίξει σανό στο άλογο, η βαβά μου είχε ανεβάσει τις κότες της στο κυπαρίσσι της αυλής και μου είχε βάλει το γάλα μου ζεστό από τη γίδα στην σκουτέλα να το πιώ, η θειά μου είχε φέρει το κουλούρι το τραγανό με τον μάραθο να το φάω για να γίνω άντρας και ο μπάρμπας μου –Θέος σχωρέστους όλους-είχε έρθει κατάκοπος από το μεροκάματο του μαστόρου. Έτρωγα σα το λελέκι το φαΐ μου, φακή ξεροβραστή ή αυγά με ντομάτα συνήθως, και ετοιμαζόμουνα να ακούσω καινούργιες ιστορίες για τη Μικρασία, για το Σαγγάριο, για τη Σμύρνη, για το πώς πήραμε τα Γιάννενα, για τον Βενιτζέλο, για τον Βασιλιά, τη δικτατορία του Πάγκαλου, για το πόλεμο, για όλα τα μεγάλα γεγονότα που ζήσανε αυτοί οι άνθρωποι επί σκηνής με το όπλο στο χέρι και την ψείρα στο κόρφο, γυμνοί και κακομοιριασμένοι, πολεμώντας από τον Όλυμπο και την Άρτα μέχρι τα βάθη της Μικρασίας.

Και εκεί μάθαινες για έρωτες, για παραθύρια μισάνοιχτα στην Σμύρνη, για λάγνες Τουρκάλες, «για κειόνε που χάθηκε εκεί και το όνομά του είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα στην στήλη των πεσόντων, για κειόνε που έχασε το παιδί του εκεί και έμεινε μονάχα με τις κοπέλες του και πέθανε στα χέρια των γαμπρών του, για κειόνε που έγινε πλούσιος από την επιμελητεία και αποκοντά έγινε έμπορος τρανός». Τέτοια άκουγες και καταλάβαινες ότι άμα μεγαλώσεις θα λες μια μέρα και εσύ τα ίδια, αν επιζήσεις και δεν σε χώσουνε όπου βρεθείς.

Άκουγες όμως και όμορφες γουστόζικες ιστορίες. Πλάκες που σου σκαρώνει η ζωή. Ιστορίες για μυστήριους ανθρώπους που πέρασαν από τον γλόμπο της γης και για μια στιγμή παίξανε με την εφήμερη ζωή και είπανε μια μεγάλη κουβέντα για να την αφήσουνε πίσω τους να τη βρίσκουνε οι νέοι έτοιμη και να μην κουράζονται.

Μια τέτοια κουβέντα θα σας διηγηθώ τώρα με την ευκαιρία των Σκοπίων και του Μακεδονικού Χαλβά.

Εκείνο το βράδυ την διήγηση την ανέλαβε ο μπάρμπα Αυτός. Ο μπάρμπα Αυτός ήταν πνεύμα αντιλογίας -Πω –πω Παναγία μου αντίχριστος!! -Έλεγε τα πράγματα ανάποδα λες και φύτρωνε η ζωή με τις ρίζες στον Ουρανό και τα κλαριά στη γη. Τον ξέρανε όλοι τον μπάρμπα Αυτό. Ακούγανε ιστορίες που δεν μπορούσαν να μπουν βαθειά στην ψυχή τους για να ακουμπήσουν, να ανθίσουν, να δέσουν, να γουρμάσουν, να σαπίσουν, να πέσουν στη γη και να βγάλουν καινούργια βλαστάρια. Αυτά τα μπόδιζε και η παραξενιά του να αλλάξει τον Κόσμο, να φέρει ισότητα και άλλες τέτοιες κουταμάρες που μ΄ αυτές ήταν γιομάτη η Μακρόνησος .

Ο μπάρμπα Αυτός πήρε το λόγο μια και κείνη τη βραδιά έλλειπε και ο παπάς πού ΄ταν άρρωστος απ΄ τα βροχικά του λόγω τσιγάρου και είπε τα παρακάτω.

- Ακούτ΄ ορές. Ποιανούς φαντάζεστε πως σφάξανε στη Μικρασία. οι Τούρκοι; Χριστιανούς; κάνετε λάθος.

Χωρίς να καταλάβω γιατί ο παππούλης μου λες και ένοιωθε κίνδυνο με έσφιξε ανάμεσα στα γόνατά του και στο δεξί του χέρι και με το αριστερό μου χάιδεψε το μέτωπο και τα μαλλιά μου. Ένοιωσα όλο το κορμί μου να το αγκαλιάζουν ρίζες από πανάρχαιο δέντρο, να με φυλάξουν βαθειά τους μια και ΄ρχονόντανε βουνό κύμα, μην με σκορπίσει αφρό. Τα αυτιά κι ο νους μου όμως μείνανε αφύλαχτα ν΄ ακούν.

-Ακούτ΄ ορές.Τόσες χιλιάδες χρόνια στην Μικρασία ποιοι κατοικούσανε; Έλληνες. Πού πήγαν αυτοί; Τι γίνανε αυτοί; Ξεπατωθήκανε; Γελιέστε! Να τι έπαθα έξω απ ΄τ ΄ Αϊβαλί.

Ήμουνα νέος. Δεν ξέρω αν άξιζε η ομορφιά μου, αλλά ήμουνα νέος. Με τα χέρια μου έλειωνα σίδερο και με τη καρδιά μου άντεχα να τα βάλω με όλη την Τουρκιά. Δεν έκανα ποτέ πίσω. Αυτό το ξέρουνε όσοι κάναμε στον ίδιο λόχο. Ήμουνα παλικάρι με παράσημα. Με τις γυναίκες τα πήγαινα καλά. Όχι πως εγώ τις πείραζα, αλλά μυριζόντανε τον ιδρώτα μου και τρέχανε πίσω μου παρακαλετά. Όταν πήγε ο στρατός μας στην Σμύρνη, έλαχε ο λόχος μου να πάει στ΄Αϊβαλί. Μείναμε έξω στα προάστεια και η τύχη μας τόφερε να περνάει ο δρόμος μας από περιβόλια με λεμονιές και πορτοκαλιές κι αυλές πνιγμένες στις πασχαλιές. Τον μαχαλά τον κατοικούσαν Τούρκοι αλλόθρησκοι. Ήτανε λέει ένα σπίτι χαμηλό. Μπαξές ολόγυρα. Κι αυτή σα τα κρύα τα νερά ντυμένη στα παρδαλά που φοράνε οι Τουρκάλες. Πρόσωπο άσπρο κάτασπρο, διάφανο δέρμα, ολοκόκκινα μάγουλα, ξανθές πλεξούδες να κρέμονται στα στήθια. Τι να σας πω αερικό μονάτο να τραμπαλίζεται απ΄ της συκιάς τις αμασχάλες.

Κοπέλα μου, της είπα, πες μου τ΄ όνομά σου. Πες μου κι έχω κι εγώ στον τόπο μου αδερφή και μάνα.

Με κοίταξε και δεν είχε μάτια μόνο δάκρυα και μου απάντησε: Αϊσέ.

Λαχτάρισε η καρδιά μου. Τι ζητάς εδώ ορέ με τους αλλόθρησκους είπα. Σε καρτερούν κοπέλες να γυρίσεις στο χωριό. Να παντρευτείς να κάμεις παιδιά. Να διαφεντέψεις τα αμπέλια, τις ελιές και να τιμήσεις εκειούς που σε γέννησαν κι΄ εκειούς που θα γεννήσεις. Τι θέλεις τις κουβέντες με τις Τουρκάλες. Έφυγα. Την άκρια της ψυχής μου την έτρωγε όμως ο πόνος. Αϊσέ. Γιατί Τουρκάλα. Γιατί τα φέρνει έτσι η ζωή να φτάνεις μέχρι την Τουρκιά πολεμώντας και εκεί να βρεις τέτοια γυναίκα. Γιατί να μπαίνουν έτσι τα σύνορα και γιατί να χωρίζουν τους ανθρώπους οι γλώσσες, οι θρησκείες και οι συνήθειες;

Την αγάπησα την Τουρκάλα κι από τότε πέρναγα την γειτονιά της καθημερνά μην και την δω στην συκιά να τραμπαλίζεται. Πέρασε καιρός και μια μέρα την είδα πίσω από την άσπρη πασχαλιά και φάνταζε λουλούδι μές΄ τα λουλούδια. Λουλούδι Θεέ μου. Λουλούδι και φιόρο μοσχομύριστο.

-Καλή μου κοπέλα, της είπα, πως χάθηκες και χάθηκα και δεν βλέπει ο δρόμος μου το φως και δεν μοσχοβολούν τ΄ αγούλια πια.

Στα μάγουλά της ανθήσαν κόκκινα τριαντάφυλλα, στα χείλια της μέλι και η ματιά της καθαρή και ξύπνια.

-Ξένε, μου είπε, κομμάτι της γης μου είμαι εγώ και αυτή είναι η γη μου από τότες που μας έφερε η τύχη εδώ.

Τάχασα. Τι λέει. Πού ξέρει τόσα. Πώς μιλάμε την ίδια γλώσσα;

Έβγαλα ένα αναστεναγμό και ψιθύρισα φεύγοντας: Αϊσέ!

Τις άλλες μέρες με βάλανε υπηρεσία. Έκαμα καιρό να βγω στον κόσμο. Έμεινα και ονειρευόμουνα να 'χουμε κράτος μέχρι πάνω ψηλά στη Μαύρη Θάλασσα, πέρα ως τη Δαμασκό, όλη η Τουρκιά δικιά μας και μέσα σ' όλη την Τουρκιά να ανεμίζει η σημαία με το σταυρό και βασίλισσα μου νάναι η Αϊσέ. Πάει και το χωριό ,πάει κι' μάνα μου , πάει κι ο Καραβιάς, Πάνε όλα. Ξεχάστηκαν γι αυτά τα μάτια τα τσαχπίνικα. Εξ άλλου και ο τραγόπαπας τόλεγε στο μυστήριο πως θα παράταγα την μάνα μου και τον πατέρα μου μια μέρα.

Πρέπει να' ταν μια υγρή, συνηθισμένη βραδυά που λάβανε οι αξιωματικοί την διαταγή απ' το επιτελείο να ακολουθήσουμε το δρόμο κατά τον Σαγγάριο. Την άλλη αυγή έπρεπε να' μαστε στο δρόμο.

Έπιασα τον επιλοχία μου ,ένα καλόπαιδο από την Ζαβέρδα που άφησε τα κόκαλά του στη Μικρασία, του' πα πως θέλω μια ώρα άδεια, κι έρχομαι. Του' πα γιατί την θέλω. Κατάλαβε και μ' άφηκε « πάρτο πάνω σου, αν σε πιάσουν θα τιμωρηθείς » μου είπε. Έφυγα τρεχάτος και με την ανάσα μου να μην με φτάνει πήγα στη πόρτα της αυλής και φώναξα: Αϊσέ! Αϊσέ!

Πρόβαλε στη πόρτα, σα θεά, ντυμένη στα μεταξωτά, κοιτώντας τη γής.

-Ξένε τι ζητάς αυτή την ώρα; μου είπε με ευγένεια

-Αϊσέ. Ήρτα για το έχε γειά. Φεύγουμε. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω. Μα αν γυρίσω θα σε πάρω να πάμε στον τόπο μου.

-Δεν έχουμε τον ίδιο Θεό.

-Και μ' αυτό;

-Ο Αλλάχ εγώ, Χριστό εσύ. Οι Θεοί μας είναι χώρια.

-Ποτές. Το χώμα της γης και το αίμα μας ενώνει ψυχή μου.

-Πλάσματα του Θεού είναι ότι βλέπουμε.

-Ναι αλλά εκείο που δεν βλέπουμε είναι ο εαυτός μας

-Τον βλέπει ο άλλος.

-Αύριο φεύγω. Να με καρτερείς. Θάρτω να σε πάρω στον τόπο μου, να λάβεις όνομα, να γίνεις Χριστιανή και να σε παντρευτώ.

Και πήρα να φύγω. Μόλις έκαμα να χαθώ στο σκοτάδι είπε ίσα να τ΄ ακούσω

-Οι δικοί μου δεν με λένε Αϊσέ. Εδώ στο σπίτι μου σαν κλείνουμε τις πόρτες με λένε Κωσταντινιά. Έχε γειά και σε καρτερώ.

Το αίμα μου πάγωσε. Δεν ήταν Τουρκάλα! Δική μας ήτανε. Δική μας, κατά-δική μας. Ήταν απ αυτούς τους χαμένους απ΄ την εποχή του Δυσσέα και του Όμηρου. Κατά-δική μας. Ποιός ξέρει πώς τούρκεψε αυτός ο κόσμος. Ποιός μπορεί να ξέρει πώς χάνονται οι ανθρώποι μες τις γλώσσες, τα πιστεύω και τα συμφέροντα. Ποιός μπορεί να ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του καθενός επί της γης. Μπέρδεμα κι' αυτό. Δεν μας φτάνουν τόσα μπερδέματα!

Την άλλη αυγή φύγαμε κατά τον Σαγγάριο, αλλά η ψυχή μου έμεινε πίσω στ΄Αϊβαλί, στο μπέρδεμα και την γλυκιά φωνή που μου ψιθύριζε: Οι δικοί μου δεν με λένε Αϊσέ. Εδώ στο σπίτι μου σαν κλείνουμε τις πόρτες με λένε Κωσταντινιά. Έχε γειά και σε καρτερώ.

Σταυροκοπήθηκα μην και με φυλάξει ο Αϊ –Στέφανος και δεν ζουρλαθώ.

Παναγία μου, είπα, Σώσε με.

Πέρασε καιρός. Χαθήκαμε στο Σαγγάριο. Τα ξέρετε και τα ζήσατε όλοι εσείς οι προεστοί. Νικημένοι, χαμένοι, προδομένοι, διχασμένοι, ψειριασμένοι, ελεεινοί και τρισάθλιοι πιάσαμε το δρόμο κατά την θάλασσα να πιάσουμε τα καράβια, να φύγουμε.

Σαν είναι να σώσεις το τομάρι σου δεν έχεις χρόνο και μυαλό για τίποτε. Το τομάρι σου είναι η γη, ο ουρανός, ο Θεός, το Σύμπαν. Αυτό πρέπει να μείνει για να υπάρχει συνέχεια. Το δικό σου τομάρι. Ποιός εμπιστεύεται στον άλλο το Σύμπαν; Στο τομάρι του καθενός έχει εμπιστευθεί ο Θεός το Σύμπαν. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει, ούτε Θεός, ούτε εσύ, ούτε τίποτα.

Έτσι κατάφερα να φτάσω στη θάλασσα, κι από κει στα παπόρια, κι από κει ταξίδεψα κατά τον Περαία.

Σαν έφτασα στον Περαία συνήρτα και ρώτησα για τ΄ Αϊβαλί. Έμαθα πώς τσέτες φερμένες απ΄ τα βάθη της Ασίας τα κάψανε όλα, Ελληνικό και Τούρκικο μαχαλά. Σφάξανε όσους βρήκαν μπροστά τους ρωμιούς και τούρκους για τους πάρουν τα έχητα. Πάει κ΄ η Κωσταντινιά μου Πάνε όλα.

Αυτά είπε και έπεσε σε συλλοή. Σκυθρώπιασε. Έβαλε στη χούφτα του τα χείλη του. Έβγαλε ένα δάκρυ. Το σφόγγισε. Κατέβασε το κεφάλι του και πήρε να φύγει σκυφτός. Δεν μίλησε κανένας. Σιωπή λες και διάβαινε λείψανο. Κηδεία. Τάφος.

-Πάμε παιδί μου, μου είπε ο παππούλης μου, Πάμε. Ο καψερός την Κωσταντινιά πάντα την δίνει στο χαρτί του παπά μαζύ με τους απεθαμένους του.

ΥΓ. Το Δημοσιεύω χωρίς καμία αλλαγή ή παραπέρα επεξεργασία από την πρώτη δημοσίευση πριν από λίγα χρόνια εγκαινιάζοντας τον νέο κύκλο δημοσιεύσεων στο MY LEFKADA. Είναι φυσικά αφιερωμένο στον πόνο για την καταστροφή της Σμύρνης το ΄22Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος (πηγή)




Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας