Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Αλληλόχρεος λογαριασμός = αθέμιτος τραπεζικός πλουτισμός


Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού 

«Με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά, να ενδιαφέρει, αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μια (ΑΠ 715/2009). 



Ο αλληλόχρεος λογαριασμός, κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα του τριμήνου, ενώ οριστικά, κλείνει οποτεδήποτε, με καταγγελία οποιουδήποτε των μερών, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθρ. 112§2 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό και με άρθρ. 47§2 ν.δ. 17.7/13.8. 1923). 

Συνεπώς εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν, οριστικά οποτεδήποτε, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία τους, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρ. 372 ΑΚ ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1524/1991). 

Εξ άλλου ναι μεν κατά το άρθρ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. 

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ` αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004). 

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση, ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, μ` αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική. 

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ` αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες.» (ΑΠ 1352/2011). 

Σύμφωνη με τις σκέψεις αυτές και η νομική θεωρία αποδέχεται ότι από τις διατάξεις των άρθρων 361, 873 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 47, 64- 67 ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη πραγματικής δυνατότητας να προκύψουν απαιτήσεις και οφειλές και από τις δύο πλευρές και να μην είναι δεδομένο, από το περιεχόμενο και τη φύση της σύμβασης, ότι ένας από τους συμβαλλομένους θα είναι μόνο πιστωτής και ο άλλος μόνο οφειλέτης. Ειδικότερα, για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού, και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, απαιτείται να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό, ποιος από τους συμβαλλομένους κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών τους, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου. 

Συνεπώς, δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός, όταν από τη φύση της σύμβασης ο ένας καθίσταται μόνον πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, ο άλλος δε μόνον ο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, ενώ την ίδια στιγμή οι εκάστοτε καταβολές γίνονται αποκλειστικά για την τμηματική εξόφληση του χρέους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τήρηση λογαριασμού («καρτέλλας») που απεικονίζει κατά τους κανόνες της λογιστικής τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες οι παροχές του ενός αποτελούν καταβολές έναντι των απαιτήσεων του άλλου, δεν συνιστά αλληλόχρεο λογαριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, αλλά έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού (Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Ι, σελ 225, Γεωργακόπουλος, Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό Δίκαιο, σελ 253, Βελέντζας, Τραπεζικό Δίκαιο, 1992, σελ 163, Ρούσσης, Καταστρατήγηση δικαίου στις τραπεζικές συμβάσεις, 2010, σελ 134,135). 

Πιο συγκεκριμένα, η αληθής έννοια της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού συνδέεται άρρηκτα με την ύπαρξη μιας κύριας συναλλακτικής σχέσης, η οποία εξυπηρετείται από την τήρηση του λογαριασμού. Η διάρθρωση της συναλλακτικής αυτής σχέσης ανάμεσα στο πιστωτικό ίδρυμα και τον πελάτη του θα πρέπει να δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε να προκύπτουν ανάμεσα στα μέρη αμοιβαίες υποχρεώσεις και ενοχές, δηλαδή αμφότερα τα μέρη να καθίστανται την ίδια στιγμή δανειστές ως προς τις οφειλόμενες παροχές του άλλου μέρους και οφειλέτες ως προς την δική τους εκκρεμούσα αντιπαροχή. Με άλλα λόγια, η βασική αμφοτεροβαρής σύμβαση θα πρέπει να δημιουργεί πραγματικές συμβατικές υποχρεώσεις οικονομικού περιεχομένου για τα συμβαλλόμενα μέρη. Ταυτόχρονα, πρέπει να συνθέτει μια διαρκή ενοχική συμφωνία με επαναλαμβανόμενες εκατέρωθεν παροχές και απαιτήσεις με συνέπεια τη δυσχέρανση της συχνής εκκαθάρισης των δοσοληψιών τους. Η λειτουργία ακριβώς αυτής της συμβατικής σχέσης και η ανάγκη περιστολής της συνεχούς παρακολούθησης και είσπραξης των αμοιβαίων οφειλών συνιστά το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της προσφυγής των μερών στη λύση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Η αντικατάσταση των αμοιβαίων απαιτήσεων με λογιστικές χρεωπιστωτικές εγγραφές και η διευκόλυνση της κύριας συναλλαγής των μερών μέσω της συγχώνευσης των επιμέρους απαιτήσεων είναι η ουσιαστική causa της ανάδειξης της sui generis αυτής παρεπόμενης συμφωνίας. Αυτή η θεμελιώδης αιτία που ενεργοποιεί τα μέρη να επιλέξουν τον συγκεκριμένο συμβατικό μηχανισμό για την τήρηση και παρακολούθηση των εκατέρωθεν χρεών τους, αποκαλύπτει την ακριβή έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού. Κύριο χαρακτηριστικό της δικαιοπρακτικής υπαγωγής των επιμέρους απαιτήσεων των μερών στον συμβατικό τύπο του αλληλόχρεου λογαριασμού τυγχάνει, συνεπώς, η ύπαρξη αμοιβαίων οφειλών και από τα δύο μέρη και η ανάγκη διάθεσης και συμψηφισμού των εκατέρωθεν πιστωτικών κονδυλίων στο πλαίσιο ενός ενιαίου διακανονισμού τους (έτσι και η θέση της ΕφΠειρ 46/2009, ΔΕΕ 2009, σελ 478). 

Με βάση την πάγια πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων κάθε πιστωτική σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως συμφωνία αλληλόχρεου λογαριασμού. Οι τράπεζες, χορηγώντας πίστωση έως ενός συγκεκριμένου πιστωτικού ορίου ή καταρτίζοντας συμβάσεις δανείου με άπαξ εκταμίευση, επιλέγουν συνήθως να εντάξουν τη διαδικασία αποπληρωμής και επιστροφής του ληφθέντος δανείσματος στο πλαίσιο λογιστικών καταχωρίσεων, τις οποίες βαφτίζουν ως αλληλόχρεο λογαριασμό. Η συμβατική υπαγωγή της σχέσης αυτής κάτω από αυτήν την ονομασία συνιστά τον συναλλακτικό κανόνα, είτε πρόκειται για βραχυπρόθεσμα δάνεια, είτε για πιστώσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες συνομολογείται το άνοιγμα πίστωσης, η συμβατική σχέση που προκύπτει, ενδύεται με τον τύπο του αλληλόχρεου λογαριασμού. 


Εντούτοις, η δικαιοπρακτική συμπεριφορά των μερών, δεν λαμβάνει χώρα σε καθεστώς πλήρους σεβασμού της συμβατικής ελευθερίας αμφοτέρων των μερών. Τα πιστωτικά ιδρύματα, διατυπώνοντας μονομερώς τις σχετικές πιστωτικές συμβάσεις, έχουν επιβάλει την αντιμετώπισή τους ως αλληλόχρεων λογαριασμών, όχι μόνο μέσα από τον απλό νομικό χαρακτηρισμό τους, αλλά και μέσα από την περίληψη στα συμβατικά κείμενα συγκεκριμένων όρων και διατυπώσεων, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί αμφιμερής συμφωνία για την υπαγωγή της λειτουργίας και της εκτέλεσης της πιστωτικής σύμβασης στο καθεστώς του ιδιότυπου αυτού λογαριασμού. 



Έτσι, πέραν της σαφούς αναφοράς στην τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού δυνάμει του οποίου εξυπηρετείται η πίστωση, περιλαμβάνονται όροι που συνάδουν με τη λειτουργία του: Συμφωνία λογιστικών καταχωρίσεων των χρεωπιστώσεων και των απαιτήσεων των μερών, ανεξαρτήτως της πραγματικής ή έστω και θεωρητικής δυνατότητας να υπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις, όρος για την έλλειψη αυτοτέλειας των απαιτήσεων αυτών για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά το οποίο το κατάλοιπο από τη διαδικασία εκκαθάρισης των χρεωπιστώσεων λογίζεται ως απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, ρήτρα για τον ανατοκισμό των οριστικών υπολοίπων του λογαριασμού με βάση το άρθρο 112 ΕισΝ ΑΚ, δικονομικού περιεχομένου αποδεικτικές συμφωνίες κ.ο.κ. 


Βασική, συνεπώς, επιλογή του ισχυρού μέρους της σύμβασης είναι η διαμόρφωση κατά τέτοιο τρόπο του συμβατικού κειμένου, ώστε να προκύπτει λειτουργία αλληλόχρεου λογαριασμού μέσα από την υπαγωγή των θεωρητικά αμοιβαίων χρεωπιστώσεων των μερών, στον λογιστικό πίνακα, όπου επέρχεται απόσβεση και συμψηφισμός τους έως την εξαγωγή του οριστικού καταλοίπου. 

Εντούτοις, βασικός γνώμονας της συναλλακτικής αυτής συμπεριφοράς είναι η βούληση των πιστωτικών ιδρυμάτων να τύχουν εφαρμογής στις επίμαχες πιστωτικές συμβάσεις οι ευεργετικές για τον δανειστή προβλέψεις για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό της ΕισΝΑΚ 112, για τη δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του υπολοίπου της ΑΚ 874, για την τήρηση των δικονομικού περιεχομένου ρητρών και για τις μέσω συμψηφισμού αμοιβαίας απόσβεσης των απαιτήσεων. 

Πιο συγκεκριμένα, τα πιστωτικά ιδρύματα επιδίωξαν την εφαρμογή των κανόνων για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό ανά σύντομα χρονικά διαστήματα. Μέχρι την θέση σε ισχύ του άρθρου 12 του Νόμου 2601/1998, οι περί ανατοκισμού ρυθμίσεις στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού διέπονταν από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις απαιτούσαν ειδική συμφωνία για την τοκοφορία των τόκων ανάμεσα στον δανειστή και τον οφειλέτη και εφόσον οι καθυστερούμενοι αυτοί τόκοι ήταν απαιτητοί, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο ή για ένα έτος, κατά περίπτωση. 

Με το προνομιακό ειδικό κανονιστικό καθεστώς της ΕισΝΑΚ 112 τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν ευχερώς να τοκίζουν τους καθυστερούμενους τόκους με αυτοδίκαιη κεφαλαιοποίηση αυτών ανά εξάμηνο, αλλά ακόμη και ανά τρίμηνο κατόπιν σχετικής συμφωνίας. Έτσι, οι εξερχόμενοι καθυστερούμενοι τόκοι του περιοδικού ή οριστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού μπορούσαν νομίμως να τοκίζονται περαιτέρω σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, δημιουργώντας και τις τράπεζες υψηλές απαιτήσεις και για τους οφειλέτες σημαντικά χρέη, τα οποία γιγαντώθηκαν με την εφαρμογή της απόφασης της νομισματικής επιτροπής, η οποία ήρε πλήρως τους χρονικούς ως προς τον ανατοκισμό περιορισμούς του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ. 

Αξίζει να υπομνησθεί η εύνοια που επιφυλάχθηκε στις περιπτώσεις ανατοκισμού των τόκων υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων από την αμφίβολης συνταγματικότητας διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του νόμου 1083/1980, «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 12 παρ. 5β του νόμου 2601/1998 που ισχύει από 15/4/1998 (άρθρο 20 αυτού). Η διάταξη όριζε ότι η νομισματική επιτροπή με αποφάσεις της δύναται να επιτρέψει τον εκτοκισμό των οφειλομένων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Από την διατύπωση αυτή προέκυψε ότι παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση στην νομισματική επιτροπή υπό τον έλεγχο και την ρυθμιστική εξουσία της οποίας είχε τεθεί το όλο πλέγμα των τραπεζικών επιτοκίων, να επιτρέψει με αποφάσεις της τον ανατοκισμό των τόκων που οφείλονται στα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό. Με βάση την νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η απόφαση 289/20-10-1980 της νομισματικής επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Α 269/27-11-1980) και είχε ισχύ νόμου, με την οποία η νομισματική επιτροπή αποφάσισε ότι «ο εκτοκισμός των οφειλομένων εις τας Τράπεζας και τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού περιορισμού». Με την απόφαση αυτή, η οποία ίσχυσε από τις 8/12/1980 έως τις 15/4/1998, θεσπίστηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296ΑΚ, 110 και 111 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, για τον ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή παρασχέθηκε στις τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια στο πλαίσιο του επιτρεπτικού κανόνα δικαίου που θέτει η ανωτέρω διάταξη, να εκτοκίζουν, δηλαδή κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτό οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως τους χωρίς τους περιορισμούς των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του εισαγωγικού του νόμου. Για τον ανατοκισμό αυτό κρίθηκε ότι απαιτείται ρητή συμφωνία από τα μέρη και δεν αρκεί μονομερής δήλωση από την τράπεζα (ΟλΑΠ 8 και 9/1998, ΔΕΕ 1998, σελ 180, ΝοΒ 1998, σ. 629, Δ 1999, σ. 237 και Εφ Πατρ 143/2008,ΕπισκΕΔ 2008, σ. 571). 

Η παρεχόμενη αυτή δυνατότητα αποτέλεσε και εξακολουθεί ακόμη να συνιστά την βασικότερη αιτία για τον εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων χαρακτηρισμό των πιστωτικών συμβάσεων ως αλληλόχρεων λογαριασμών. Τα τελευταία, καθόσον διαθέτουν την συναλλακτική υπεροπλία, την πρωτοβουλία διαπραγμάτευσης και την γνωσιολογική και οικονομική υπεροχή, συνδέουν απαραιτήτως τη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, προκειμένου να καρπωθούν τα αντίστοιχα οφέλη από τον επιτρεπόμενο υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους ανατοκισμό. 

Ακόμη και μετά την εισαγωγή του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998 με το οποίο καθιερώνεται πλέον εξάμηνος ή για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα ανατοκισμός κατά τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, τα πιστωτικά ιδρύματα συνεχίζουν να έλκουν οφέλη από την δυνατότητα αυτοδίκαιης και άνευ σχετικής συμφωνίας τοκοφορία των τόκων των κονδυλίων των αλληλόχρεων λογαριασμών (Μάζης, Ο ανατοκισμός στον τραπεζικό ανοιχτό λογαριασμό μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2601/1998, γνμδ, ΔΕΕ 2006, σ. 119 επ.). 

Παρεπόμενη έννομη συνέπεια της δικαιοπρακτικής επιλογής σύνδεσης της πιστωτικής σύμβασης με αλληλόχρεο λογαριασμό είναι η εφαρμογή της ΑΚ 874, με βάση την οποία η συμφωνία για την υπόσχεση ή την αναγνώριση του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να λάβει χώρα άτυπα κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην ΑΚ 873. Πράγματι, τα πιστωτικά ιδρύματα προσβλέπουν στην a priori αφηρημένη υπόσχεση χρέους, προκειμένου να δημιουργηθεί νέα αυτοτελής και διαφορετική της σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού ενοχή. Συνηθέστατα, εξοπλίζουν το συμβατικό κείμενο ανοίγματος πίστωσης με ρήτρες υπόσχεσης εκ των προτέρων του τελικού υπολοίπου του λογαριασμού, δίχως δυνατότητα αμφισβήτησης των κονδυλίων που θα προκύψουν ή με όρους πλασματικής αναγνώρισης του οριστικού καταλοίπου, εφόσον αυτό δεν αμφισβητηθεί μετά την έγγραφη ειδοποίηση του πιστούχου για το κλείσιμο του λογαριασμού εντός της προβλεπόμενης στην σύμβαση προθεσμίας. 

Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι η αντιμετώπιση των πιστωτικών συμβάσεων, μέσα από το πρίσμα του αλληλόχρεου λογαριασμού παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα δυνατότητες αξιοποίησης ευεργετικών ρυθμίσεων, αποκλίσεις από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις και επιβολής ανεπιεικών όρων σε βάρος των οφειλετών τους, οπότε και εγείρεται η ανάγκη προστασίας του ασθενέστερου μέρους της σύμβασης και αξιοποιείται η ερμηνευτική αρχή in dubio contra stipulatorem, υπογραμμίζοντας ότι δεν νοείται έγκυρη υπόσχεση μελλοντικού χρέους δίχως δυνατότητα αμφισβήτησης αυτού. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σε περίπτωση αμφιβολίας λόγω της έλλειψης τυπικής συμφωνίας δεν καταρτίζεται αφηρημένη αναγνώριση χρέους με χαρακτήρα αυτοτελούς ενοχής, a fortiori δεν μπορεί αυτή να λογιστεί ως ανανέωση της ΑΚ 436 και με όρο διατήρησης των ασφαλειών. Απλώς συνομολογείται συμφωνία βεβαιωτικού χαρακτήρα με σκοπό τη μετακύλιση του βάρους της απόδειξης και την υπέρβαση της υποχρέωσης επίκλησης της συνολικής κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού. 

Η τυπολογική αυτή μορφή εμφάνισης αλληλόχρεου λογαριασμού συνάδει με την πραγματική έννοια της ιδιορρυθμίας αυτής σύμβασης. Από την ίδια τη φύση της σύμβασης διεξαγωγής δοσοληψιών καθίσταται δεδομένο, ότι στον λογαριασμό αυτό θα καταχωρούνται αμοιβαίες απαιτήσεις και κονδύλια, θα πραγματοποιούνται δηλαδή εκατέρωθεν αποστολές, όπως παγίως διαλαμβάνει η νομολογία. Τα δυο συμβαλλόμενα μέρη είναι εκ των προτέρων δεδομένο, ότι θα αποτελέσουν και δανειστές και οφειλέτες στη συμφωνία, με αποτέλεσμα ουδείς να μπορεί να γνωρίζει ποιος εκ των δύο συμβαλλομένων θα είναι τελικώς οφειλέτης με την εξαγωγή του οριστικού (ή και του περιοδικού ακόμη) καταλοίπου. Με άλλα λόγια, από τη συγκεκριμένη συναλλακτική σχέση γεννώνται αναπόφευκτα δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και μάλιστα κατά τρόπο συστηματικό. Έτσι, δικαιολογείται και η ανάγκη καταχώρησης των επιμέρους απαιτήσεων στον τηρούμενο λογαριασμό και συμψηφιστικής εκκαθάρισης τους, ώστε η πληθώρα των εκατέρωθεν απαιτήσεων να χάνει την αυτοτέλειά της και να καθίσταται απαιτητό μόνον το υπόλοιπο του λογαριασμού με τη λήξη της βασικής σχέσης (Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Ι, σελ 224 επ). 

Πρέπει να αναδειχθεί με ένταση η διαφοροποίηση του αλληλόχρεου από τον τρέχοντα (ανοιχτό) λογαριασμό. Εισαγωγικά, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι έννοιες του τρέχοντος και του ανοικτού λογαριασμού ταυτίζονται στην ουσιαστική τους λειτουργία. Τρέχον (ανοικτός) λογαριασμός είναι λογαριασμός, που τηρείται για την εξυπηρέτηση πολλών ομοειδών συμβάσεων, κατά τον οποίο καταχωρούνται απαιτήσεις αποκλειστικά του ενός μέρους. Πιο συγκεκριμένα, κατά την τήρηση του λογαριασμού αυτού, καταχωρούνται οι απαιτήσεις ενός συμβαλλομένου μέρους έναντι του άλλου μέρους, από μία ή περισσότερες συμβάσεις. Συνήθως θα πρόκειται για συμβάσεις παροχής πίστωσης ή συμφωνίες κατάθεσης, όπου το ένα μέρος θα υποχρεούται σε καταβολές έναντι των απαιτήσεων του αντισυμβαλλομένου του. Κατά τη διάρθρωση αυτή του ανοιχτού λογαριασμού ελλείπει παντελώς το στοιχείο της αμοιβαιότητας των καταχωρούμενων κονδυλίων, καθώς ο καταθέτης ή ο πιστοδότης, θα είναι πάντοτε δανειστές και η τράπεζα, ή ο πιστούχος, αντίστοιχα, οφειλέτες. Δηλαδή, δεν υπάρχει η πραγματική δυνατότητα τα συμβαλλόμενα μέρη, να εγγράψουν την ίδια στιγμή χρεωστικά και πιστωτικά κονδύλια, καθώς δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη γένεση αμοιβαίων και αντίρροπων απαιτήσεων. Συνεπώς, με βάση τη διάρθρωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών δεν πληρείται η ουσιαστικότερη προϋπόθεση για τη θεώρηση της συμφωνίας αυτής ως σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού (Ρόκας, Μελέτες εμπορικού δικαίου, 1971, τομ. 2, σελ 555, Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, 1995, σελ 502). 

Αντίστοιχη αντιμετώπιση πρέπει να επιφυλάσσεται και για τη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με τήρηση ανοικτού λογαριασμού. Στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, ακόμα και όπου συνομολογείται ο πιστούχος να κάνει περιοδική ανάληψη του δανείσματος, και να επιστρέφει τμηματικά τις υπολειπόμενες δόσεις, δεν υφίσταται αμοιβαιότητα των εκατέρωθεν απαιτήσεων και δεν μεταβάλλεται σε καμία περίπτωση το πρόσωπο του οφειλέτη και του δανειστή. Δεν πρόκειται με άλλα λόγια για αμοιβαίες απαιτήσεις, οι οποίες χρήζουν καταχώρησης προκειμένου να τύχουν συμψηφισμού και εκκαθάρισης. Μάλιστα, με βάση την ακριβή διάρθρωση της συμφωνίας των μερών απαίτηση μπορεί να θεωρηθεί, ότι υφίσταται μόνον ως προς το ένα συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή τον πιστούχο. Η μόνη απαίτηση που υφίσταται στην σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με τήρηση λογαριασμού, είναι η επιστροφή του δανείσματος. Κατά συνέπεια, δεν είναι ορθή η αξιολόγηση του τηρούμενου λογαριασμό στο πλαίσιο σύμβασης κατάθεσης ή ανοίγματος πίστωσης ως αλληλόχρεου λογαριασμού. Ορθότερα, πρέπει να γίνεται λόγος για ετεροσκελή ή απλό δοσοληπτικό λογαριασμό. Το ότι η έννοια της αμοιβαιότητας συνέχεται αναγκαστικά με την υπόσταση του αλληλόχρεου λογαριασμού απορρέει και μέσα από την τελολογική προσέγγιση του νοήματος του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ περί ανατοκισμού. Έχει ορθά επισημανθεί ότι, αν μπορούσε να υπάρξει συμφωνία για αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς όμως αυτός να διαπνέεται από αμοιβαιότητα των καταχωρούμενων κονδυλίων, τότε η εφαρμογή της ΕισΝΑΚ 112 θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 296 παρ. 1 ΑΚ και 11 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, καθόσον μόνο η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων συνεπάγεται και την αμοιβαιότητα του ανατοκισμού. Δηλαδή, η αναγνώριση της δυνατότητας τήρησης ενός αλληλόχρεου λογαριασμού χωρίς να προκύπτουν με αμφιμερείς και αντίρροπες απαιτήσεις και η ταυτόχρονη εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανατοκισμού, θα οδηγούσε στην μονομερή δυνατότητα ανατοκισμού των τοκοφόρων απαιτήσεων εκ μέρους του πιστωτή, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα τυγχάνει και ο μόνος δανειστής του καταλοίπου, σε αντίθεση με τον οφειλέτη του, ο οποίος δεν θα μπορεί να προβεί σε παρόμοιο ανατοκισμό. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός της δικαιοπραξίας και η εξειδίκευση της έννοιας της αρχής της καλής πίστης ή του factum των συναλλακτικών ηθών είναι ζήτημα νομικό, υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Περαιτέρω, το δικαιοδοτικό όργανο δεν δεσμεύεται από την γραμματική διατύπωση των συμβαλλομένων και από τον χαρακτηρισμό που αυτά θα αποδώσουν στη σύμβαση (Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, σελ 551, Καλλιμόπουλου, Θεώρηση θεμάτων του τραπεζικού δικαίου, Χρη-Δικ 2007, σελ 11). Συνεπώς, ακόμη και αν κατά το συνήθως συμβαίνον τα μέρη χαρακτήρισαν τη σύμβαση τήρησης λογαριασμού, που εξυπηρετεί την κύρια πιστωτική συμφωνία, ως αλληλόχρεο λογαριασμό, τούτο δεν δεσμεύει την δικανική κρίση (ΑΠ 1749/2006, ΠΠρΑθ 1156/2003, ΔΕΕ 2004, σελ 66). Αντίθετα, το Δικαστήριο μπορεί να αναδείξει το νομικά αποφασιστικό νόημα της δικαιοπραξίας και να υπαγάγει το περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης σε εκείνον τον κανόνα δικαίου, που ρυθμίζει την επώνυμη έννομη σχέση, αποκλείοντας την εφαρμογή άσχετων με τον συμβατικό μηχανισμό ρυθμίσεων και αξιοποιώντας τη ρήτρα της καλής πίστης (ΑΚ 200) στο πλαίσιο αντικειμενικής ερμηνείας της σύμβασης (Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών, σ. 374). 

Με τη μέθοδο αυτή και στο μέτρο που ο Δικαστής θα επισημάνει την ουσιαστική απόκλιση του περιεχομένου της σύμβασης από τον νομικό χαρακτηρισμό που απέδωσαν σε αυτήν συμβαλλόμενα μέρη, δεν θα εφαρμόσει τις επιμέρους διατάξεις περί αλληλόχρεου λογαριασμού και δεν θα επικαλεστεί τις έννομες συνέπειες αυτών. Αντίθετα, θα αποφανθεί ότι υφίσταται συμφωνία για την τήρηση απλού (ανοικτού) λογαριασμού και θα αποκλείσει την επέλευση των δυσμενών για τον πιστολήπτη συνεπειών ενός αλληλόχρεου λογαριασμού. 

Περαιτέρω ο ερμηνευτής του δικαίου, μπορεί να διαγνώσει την ύπαρξη αντίφασης ανάμεσα στις επιμέρους ρήτρες του συμβατικού κειμένου, οι οποίες και προδιαγράφουν το πλέγμα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών και αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία του συμβατικού μηχανισμού και στον νομικό χαρακτηρισμό που έχει δοθεί στην σύμβαση. Από τη μια πλευρά υφίσταται σαφής διάγνωση για την ύπαρξη συμφωνίας τήρησης απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, καθώς δεν προκύπτει αμοιβαιότητα παροχών, ούτε καν αμφίδρομες απαιτήσεις των μερών, που να καταχωρούνται στα εκατέρωθεν κονδύλια του λογαριασμού. Η λειτουργία, μάλιστα, αυτής της συμφωνίας αποτυπώνεται σε επιμέρους διατάξεις του συμβατικού κειμένου, ώστε να είναι πάντοτε δεδομένος τελικός οφειλέτης. Από την άλλη πλευρά τα μέρη συνομολογούν, ότι η συμφωνία τους αποτελεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού στα πλαίσια ανοίγματος πίστωσης από την τράπεζα υπέρ του δανειολήπτη, θέτοντας ευθέως τούτο στο εισαγωγικό κείμενο και στο προοίμιο του συμβατικού κειμένου. Μάλιστα, τούτο λαμβάνει χώρα κατά πάγια συναλλακτική πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία διαθέτουν την διαπραγματευτική πρωτοβουλία και εισάγουν τυποποιημένους συμβατικούς όρους κατά την κατάρτιση των συμφωνιών ανοίγματος πίστωσης (Δελλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης,2008, σελ 272 επ). Περαιτέρω, σε ορισμένες περιπτώσεις υφίστανται ειδικότεροι συμβατικοί όροι, με βάση τους οποίους προσδιορίζονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες από την εν λόγω σύμβαση, οι οποίες προσιδιάζουν στην εφαρμογή ενός αλληλόχρεου λογαριασμού. Τέτοιοι όροι μπορεί να σχετίζονται με την εφαρμογή των προβλέψεων της ΕισΝΑΚ112 περί ανατοκισμού στην περίπτωση ύπαρξης ληξιπρόθεσμων τοκοφόρων απαιτήσεων του καταλοίπου του λογαριασμού, με την δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του καταλοίπου κατά την ΑΚ 874, με δικονομικού περιεχομένου συμφωνία σχετικά με την αποδεικτική η αξία των αποσπασμάτων κ.ο.κ. Η ύπαρξη αυτής της αντίφασης μεταξύ των συμβατικών ρητρών οφείλει να ενεργοποιεί την ερμηνευτική και διαγνωστική αρμοδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου: Η αντίφαση των επιμέρους διατυπώσεων στο ίδιο συμβατικό κείμενο εγείρει ζήτημα ασάφειας και αμφιβολίας για τους τελικώς εφαρμοζόμενους στη σύμβαση όρους. 

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της επεξεργασίας της πιστωτικής σύμβασης και ιδίως της σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι ο πιστούχος τυγχάνει προστατευτέος με βάση το γενικότερο πλέγμα των διατάξεων του Νόμου 2251/1994. 

Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι - κατόπιν της αντικειμενικής ερμηνείας της ΑΚ 200 - το συμβατικό κείμενο δεν περιλαμβάνει ασάφειες ή αντιφάσεις και συνεπώς δεν καθίσταται δυνατή, η επενέργεια της αρχής της ευνοϊκής για τον καταναλωτή ερμηνευτικής προσέγγισης, είναι δυνατή η ευθεία προσφυγή στον ανοιχτό έλεγχο της καταχρηστικότητας των επίμαχων όρων που δεν συνάδουν με την σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Έτσι, στο ανωτέρω συμπέρασμα μπορεί να οδηγηθεί κανείς και από την συνδυασμένη εφαρμογή της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 και του εδαφίου λ΄ της παραγράφου 7 άρθρο 2 Ν 2251/1994 στο πλαίσιο εξέτασης του περιλαμβανομένου στη σύμβαση όρου περί ανατοκισμού. Το εδάφιο λ΄ ως επιμέρους περιεχόμενο της ειδικής απαγορευτικής ρήτρας της παραγράφου 7 του άρθρου 2 περί γενικών όρων συναλλαγών σημειώνει, ότι απαγορεύονται ως καταχρηστικοί οι όροι που επιβάλλουν στον καταναλωτή σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση, ενόσω η γενική ρήτρα της παραγράφου 6 εγείρει ζήτημα καταχρηστικότητας των μονομερώς επιβληθέντων γενικών όρων, οι οποίοι επιφέρουν σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του σκοπού της σύμβασης. 

Κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζεται η ειδική κανονιστική ρύθμιση για τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό των τόκων του οριστικού καταλοίπου του λογαριασμού. Δεν είναι, δηλαδή, επιτρεπτοί οι συμφωνημένοι ανά τρίμηνο ή οι αυτοδίκαιοι ανά εξάμηνο ανατοκισμοί του υπολοίπου του λογαριασμού. Αντίθετα, εφαρμόζονται στον τηρούμενο ανοιχτό λογαριασμό η διάταξη του άρθρου 12 του νόμου 2601/1998, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα αυτοδίκαιου ανατοκισμού, αλλά μόνον συμβατικού τέτοιου. 

Άπαντα τα μέχρι εδώ αναφερόμενα δεν αναιρούνται από τυχόν συμβατική πρόβλεψη ότι, κάθε ποσό που θα καταβάλλει ο πιστούχος σε πίστωση του λογαριασμού που θα τηρείται από την Τράπεζα, καθ’ υπέρβαση του χρεωστικού υπολοίπου, θα αποφέρει τον τόκο που παρέχει η τράπεζα στις παρ’ αυτή καταθέσεις όψεως, διότι δεν πρόκειται περί τόκου υπερημερίας (ΜονΠρωτΧίου 171/2012). 

Συνεπώς, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποστεί από τον νομικό χαρακτηρισμό περί αλληλόχρεου λογαριασμού που έδωσαν τα μέρη και να αποκλείσει την επέλευση των εννόμων συνεπειών περί αυτοδίκαιου ανατοκισμού. Επαγωγικά, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι ευνοϊκότερες για τον πιστωτή ρυθμίσεις για τον επαναπροσδιορισμό των οφειλών του και για την υποχρέωση αναπροσαρμογής του ύψους των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων (σε δεύτερο επίπεδο σπουδαιότητας, στο πλαίσιο των συμβάσεων ανοίγματος πίστωσης με υπηρεσία απλού [ανοιχτού] λογαριασμού δεν εφαρμόζεται και η παρεχόμενη από το άρθρο 874 ΑΚ δυνατότητα άτυπης αφηρημένης αναγνώρισης του υπολοίπου). 

Συναφές αποτέλεσμα από τον ορθό αναχαρακτηρισμό των συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού προκύπτει και στην περίπτωση της εφαρμογής του νόμου 3816/2010. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αξιολογήσει τις ανωτέρω συμβάσεις ως συνήθεις πιστωτικές συμβάσεις που εξυπηρετούνται από το δοσοληπτικό λογαριασμό, τότε η ρύθμιση των οφειλών του πιστολήπτη, θα διέπεται από τους γενικούς όρους των άρθρων 1 και 2 και όχι από τις στενότερες προϋποθέσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2 του Νόμου 3816/2010.


Γράφει ο Μάριος Μαρινάκος (πηγή)


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας