Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Η Μπαράκα μας ή Λευκάδα 2013 (μέρος 1ο)

Φωτο : Δυτική παραλία Λευκάδας - Ιωάννα Τσάκαλου
μικρό οδοιπορικό στην μικρή μας πόλη
(αφιερώνεται στην πεζικαρία της ζωής)

Μέρος 1ο

Θεώρησε πως η μέρα θα κυλούσε όμορφα και απαλά. Θα γυρνούσε την αγορά ,θα έπαιρνε τα ψώνια του, θα συναντούσε τις συνήθεις μορφές της μικρής επαρχιακής πόλης του που όλοι γνωρίζονται σαν κάλπικες δεκάρες και κανένας δεν υποψιάζεται τι ετοιμάζεται στον γλόμπο της γης.
Ξύπνησε μια μέρα με χιόνια πέρα στα Αθαμάνια, αγέρας ξέψυχος δεν ρυτίδωνε την λιμνοθάλασσα που κείτονταν άνευρη και ξαπλωμένη στα μαλακά σεντόνια της σταχτόχρωης διαφάνειάς της, τα ψαρόνια να πετούν χαρούμενα με το τσίου-τσίου στο στόμα, οι καραμπλάκες να παίρνουν να μακροβούτια τους ψάχνοντας τους ξεχασμένους γουβιούς του βυθού και πέρα βαθειά στο πέλαγος τεμπέλικος Γαρμπής άπλωνε απειλητικά τα σύννεφά του στο γαλάζιο του ορίζοντα.

Τα πάντα ήταν έτοιμα στο απροσδόκητο μιας ξαφνικής μπόρας και η υγρασία ύπουλα περόνιαζε κόκαλα.
Να γίνουν τα ψώνια, σκέφτηκα, να μαζέψουμε τον επιούσιο και ύστερα να κάτσουμε να πούμε για τα σκοντάμματα της ζωής παρέα με την πεζικαρία των ανθρώπων του μόχθου όπως πάντα.

Ασφαλώς η μέρα θα κυλούσε όμορφα και απαλά όπως όλα τα Σάββατα της ζωής μου.
Σαλτάρησα στο αυτοκινητάκι. Βζίιιιν η μίζα. Κρρρρρ η μηχανή. Πρώτη, Δευτέρα φύγαμε. Στρίβουμε δεξιά και πάλι δεξιά, ίσα, δεξιά, Άγιος Μηνάς. Κόσμος σκυφτός, αναμαλλιασμένος προχωράει στην μοίρα του. Οι ξενόφερτοι εργάτες στην σειρά σαν χελιδόνια στα σύρματα του τηλεγράφου περιμένουν ένα σπυρί μεροκάματου.

Απέναντι δυό νεαρές γυναίκες ντόπιες μιλούν έντονα και χειρονομούν. Τα μάτια τους αστράφτουν. Ξαφνικά η μία πιάνει την άλλη από την μέση φιλικά και οδηγούνται στην απέναντι καφετέρια για κουτσομπολιό, τσιγάρο και καφέ. Στην στάση κουρνιασμένα ανθρωπάκια του παρελθόντος καρτερούν σιωπηλά το λεωφορείο που θα τα οδηγήσει στην ασφάλεια της γωνιάς τους κρατώντας μια τσαντούλα του φαρμακείου τα περισσότερα. Πιο κάτω δεν βλέπουν τα μάτια σου ανθρώπους, λίγα αυτοκίνητα κινούνται οδηγούμενα προσεχτικά και νοικοκυρεμένα με οικονομία στα καύσιμα. Περνάς σαν βελόνι στο κενό τον δρόμο. Σπίτια και στις δυό μεριές και στο βάθος η σταχτοπράσινη σιλουέττα της Λάμιας έχει γίνει χαλκομανία στα άλμπουρα των ιστιοφόρων και καρτερεί εκεί για να διακόψει την αταραξία που σε περιβάλλει. Ξεχνιέσαι και ονειρεύεσαι. Μηχανικά πατάς τα πετάλ και στρίβεις το τιμόνι. Χάνεσαι μέσα σε ένα κόσμο που χτες ακόμα ήταν άλλος και πας να τον ανασυνθέσεις μάταια. Κομμάτια, κομμάτια, κομμάτια. Μόνο κομμάτια υπάρχουν γύρω σου λες κι έσπασε το παμπρίζ της οικουμένης κι έγινε θρύψαλα. Πρόσεχε μην κοπείς. Κόβουν τα γυαλιά σαν γίνονται θρύψαλα. Και, σκέφτεσαι, αυτός ο κόσμος πώς γίνανε ήσκιοι, πού χάθηκε η ανθρώπινη παρουσία, πώς τα πεζοδρόμια στένεψαν, πώς χάθηκαν τα μικρά αισθήματα του παρόντος, πώς τα σπίτια έγιναν ψηλά και απρόσιτα, πώς οι άνθρωποι χάνονται στο αχανές μιας ομίχλης που όλο πυκνώνει και σου σφίγγει το λαιμό;

Συγκυρία σου τσαμπουνάνε στις οθόνες κάτι φάτσες που μιλούν ελληνικά, αλλά δεν είναι δικοί σου. Συγκυρία που την φκιάξαν αυτοί για σένα κι εσύ κοιτάς σαν χάνος να σου παίρνουν το ψωμί από τον στόμα αυτοί οι αλητήριοι που δεν έχουν Θεό και σπίτι στην γη... Αχ γιατί να ΄ναι τόσο στενά τα όρια της στιγμής και να απομακρύνονται σε μια θολούρα όλοι όσοι σε ρίχνουν στο δόκανο των ισχυρών. Πότε βρε, πότε, θα ξυπνήσεις να δεις ότι ο κόσμος υπάρχει γιατί υπάρχεις εσύ κι αυτά τα θολά μούτρα, αν λείψεις, πρέπει να βρουν υποζύγια!!!!

Ξυπνάς. Οι αστυνόμοι.... Στα μπλε του Έθνους. Ποιού Έθνους; Ποιανού ιδιοκτησία είναι το Έθνος; Δική μας; Χα, χα, χα. Ποτέ δεν είμαστε Έθνος. Πάντα είμαστε Λαός. Να γιατί η ομίχλη πυκνώνει με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά ποιος τα υποψιάζεται αυτά. Ο κόσμος μαζεύτηκε σπίτι του για να σκεπαστεί κάτω από τις φτερούγες των κεραμιδιών του όπως τα κοτόπουλα στης κλώσσας τα πούπουλα. Κανένας δεν τολμάει να αντικρύσει το Χάος, το απέραντο χάος ανάμεσα στα σπίτια και το Έθνος. Μα καλά μου είπε στο μάθημα της μουσικής ο Μούρμουρας: «Έθνος; Δεν καταλαβαίνεις εσύ από αυτά. Εσένα δεν σε λένε Έθνος εσένα σε λένε Τσάκαλο , Έθνος λένε την τράπεζα «Εθνική Τράπεζα»!!! Κατάλαβες γιατί το πέλαγο είναι δικό μας και ρίχνουμε δίχτυα ,παραγάδια και καμακίζουμε το νερό. Ψαρεύουμε το πέλαγο καβάλα αδιάκοπα σε μια ελπίδα που την ονομάζουμε βάρκα και αυτό με μια φουρτούνα σε πνίγει ότι ώρα γουστάρει; Τι να καταλάβετε εσείς που επειδή σαν δώσανε ένα χαρτί που το ονομάζουν πτυχίο νομίζετε ότι γίνατε Έθνος!! Ζείτε μια ζωή κάτι μεταξύ ηλιθίου και αλαζόνα».

Προχωρώ προς το λιμάνι και σκέφτομαι πως είναι όμορφη η ζωή αρκεί να ονειρεύεσαι. Να μπαίνεις στο πρώτο πλεούμενο και να χάνεσαι στις καμπυλότητες του ορίζοντα. Να φεύγεις μακριά και να πετάς ελεύθερος με τα γλαροπούλια. Πάνω ψηλά. Πολύ ψηλά εκεί που θα σύννεφα συναντούν το σύμπαν της δημιουργίας και κατοπτεύουν τις πράξεις των ανθρώπων. Τι λες; Στην ταπεινή παράγκα της Μαριάννας κουρνιάζει η ευτυχία; Και τι θα πει ευτυχία; Μια γαλήνη νοιώθεις και τα πράγματα φεύγουν από το νόημα του «πάρε –δώσε» και χάνονται σαν σκιές μπρος στα μάτια σου. Υπάρχει ευτυχία για έναν τουφεκισμένο με το δίκαννο της σκέψης και πού θα την βρει; Κι όμως υπάρχει, αρκεί να απλώσεις τα μάτια σου σε αυτή την πόλη που πνίγεται απ΄τον βρόγχο της θάλασσας πάνω στον ελαιώνα και να δεις πως έξω απ΄ αυτόν ελεύθερα πλέουν οι ψαρόβαρκες, χτυπάει το κύμα στην αμμουδερή ακτή και πάνω στα ψηλά βουνά ο ήλιος παίζει με τις φωτοσκιάσεις του πράσινου μανδύα του ανάγλυφου.

Τρίτη,, Τετάρτη, μαρσάρισμα. Περάσαμε τον Πόντε πιάσαμε τον σφυροδρέπανο δρόμο του Κάστρου, κοιτάξαμε το παιχνίδι του φωτός με το κάστρο του Αλή Πασά, τα χαμογελαστά σπίτια της Περατιάς, το αμπάσο Βενετσιάνικο Κάστρο και φλαπ, απέναντι χορεύοντας στην πλεούμενη γέφυρα. Φρένο. Κάτω. Πόρτα μπροστά σου. Κοιτάς ανάμεσα στην καπνούρα της σόμπας και των τσιγάρων όλο το πλήρωμα. Ο Φτύσας, Ο Μούσας, ο Μαλλιάς, Ο Ποιητής, ο Πρρρρρρ, ο Μούρμουρας, ο Καζανοκέφαλος, ο Γουρουνόπουλος, ο Κομπιουτεράς ή Κοτσιδάκιας ή Διαβασμένος (δεν γνωρίζει να διαβάσει ούτε το α και κάνει τους πιο περίπλοκους λογαριασμούς από μνήμης!). Όλος ο καλός ο κόσμος. Σπρώχνεις τον καπνό με τις παλάμες των χεριών σου σαν κολυμβητής, μαντεύεις που πρέπει να είναι η ψάθινη καρέκλα για να καθίσεις. Η κουβέντα απλωμένη στην θαλπωρή της ξυλόσομπας και το εξεταστέον, όπως πιάνει το αυτί σου, περί δικαιοσύνης. Σοβαρό μάθημα σε παράγκα με την θολούρα τόσου καπνού. Όλοι μόλις μπόρεσαν να με δούν είπανε:
-έρχεται το πτυχίο της Νομικής. Καθίστε στο εδώλιο κύριε Δικηγόρε.


Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος (πηγή)



Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας