Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Δημιουργώντας τη νέα γενιά φοροφυγάδων


Με το άρ. 1 παρ. 3 ν. 4110/2013 [ΦΕΚ Α΄17/23.01.2013]
Η περίπτωση θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:

«Η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη του φορολογούμενου ορίζεται σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για τον άγαμο και σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για τους συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση ‘εφόσον δηλώνεται πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα’.»
[=> προστέθηκαν οι λέξεις εντός ‘ ’]

Σύμφωνα με το άρ. 28 του ίδιου νόμου:
«1. Η ισχύς των διατάξεων αυτού του νόμου αρχίζει: α) Των άρθρων 1, 2 (παράγραφοι 2 και 8), 3 (παράγραφοι 1, 2, 3, 5, 6, 13, 18, 21, 28, 29, 30, 32, 33, 35, 36, 37, 40 και 45), 4, 6 (παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 8 και 15), 7 (παράγραφοι 1, 2, 5 και 7) και 9 (παράγραφοι 1, 2, 5, 11, 12, 16, 24, 30 και 31) για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά περίπτωση, από το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.»

Στο δε άρ. 9 παρ. β΄ΚΦΕ ορίζεται ότι:
«β) [...] Το ποσό των αποδείξεων δαπανών, που απαιτείται να προσκομισθούν, ορίζεται σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του δηλούμενου και φορολογούμενου με την κλίμακα της παραγράφου αυτής ατομικού εισοδήματος. Το ποσό των αποδείξεων που προσκομίζεται δεν απαιτείται να υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες πεντακόσια (10.500) ευρώ. Οι δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί γίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον έχουν περιληφθεί στην εμπρόθεσμη δήλωση, λογίζονται συνολικά και για τους δύο συζύγους και επιμερίζονται μεταξύ τους ανάλογα με το δηλούμενο και φορολογούμενο σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου αυτής ατομικό εισόδημα.
Στην περίπτωση που δεν προσκομίζεται το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων αγορών, τότε ο φόρος προσαυξάνεται κατά τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού αποδείξεων, με ανώτατο όριο τις δέκα χιλιάδες πεντακόσια (10.500) ευρώ και του προσκομισθέντος ποσού αποδείξεων, η οποία πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 22%. Εξαιρούνται της υποχρέωσης προσκόμισης αποδείξεων οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 του ΚΦΕ, όσοι διαμένουν σε οίκο ευγηρίας, σε ψυχιατρικά καταστήματα και οι φυλακισμένοι.»

Τί σημαίνουν τα παραπάνω σε απλά ελληνικά;

Ότι κάθε Έλληνας που έχει κλείσει το 18ο έτος της ηλικίας του, πρέπει πλέον να αποκτήσει ΑΦΜ (σωστό) να κάνει φορολογική δήλωση (σωστό) ΑΛΛΑ ΚΑΙ έχει πλέον τεκμαρτό ετήσιο εισόδημα 3.000 ευρώ (250€/μήνα).

Αυτό το εισόδημα δε, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρ. 9 ΚΦΕ, είναι φορολογητέο με συντελεστή 22% (ποσό δηλαδή συνολικού φόρου = 660 €) μόνο εφόσον προσκομίσει αποδείξεις για το 25% της αξίας του τεκμαρτού εισοδήματός του (= 750 €), στις οποίες μάλιστα δεν περιλαμβάνονται «σε καμία περίπτωση [...] οι δαπάνες ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, η καταβαλλόμενη διατροφή, οι δωρεές και οι δαπάνες για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων. [άρ. 9 ΚΦΕ]»

Αν δεν είναι σε θέση να προσκομίσει το συνολικό ποσό αποδείξεων που απαιτείται από το νόμο (πολύ πιθανό) έχουμε κατά το υπερβάλλον προσαύξηση 22% (συνολικός φόρος = 22 και 22 = 44%).

Για καλύτερη κατανόηση, δίνουμε ένα παράδειγμα στην περίπτωση πχ που προσκομισθούν αποδείξεις αξίας 250 €. Τότε θα έχουμε:

750 € – 250 € = 500 € (υποχρέωση προσκόμισης αποδείξεων - πραγματικά προσκομιζόμενες)

250 € Χ 4 = 1000 € (συντελεστής τεκμαρτού εισοδήματος για το οποίο ΈΧΟΥΝ προσκομιστεί αποδείξεις)

500 € Χ 4 = 2000 € (συντελεστής τεκμαρτού εισοδήματος για το οποίο ΔΕΝ ΈΧΟΥΝ προσκομιστεί αποδείξεις)

1000 € 22 % = 220 € (φόρος για εισόδημα για το οποίο προσκομίστηκαν αποδείξεις)

2000 € Χ 44% = 880 € (φόρος για εισόδημα για το οποίο ΔΕΝ προσκομίστηκαν αποδείξεις)

ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ = 1000 €

Παραβλέποντας το προφανές ερώτημα της σύνδεσης αυτών των διατάξεων με τη ζοφερή κοινωνική εισοδηματική πραγματικότητα, προχωράμε σε ένα άλλο (εξίσου όμως προφανές) ερώτημα:

Θυμόμαστε άραγε πως λειτουργούσαμε όλοι τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής μας; Τί είδους δαπάνες θα έχει ένας νέος ώστε να μπορεί να προσκομίσει αποδείξεις 750 € από τη στιγμή που δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτές έξοδα ιατρικά, δωρεές και ‘δαπάνες για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων’ (ό,τι και αν σημαίνει αυτό);

Ένα περαιτέρω ερώτημα, είναι, το εξής:

Το ίδιο το Κράτος όμως (όπως προαναφέρθηκε) θεωρεί το κατώτατο τεκμαρτό εισόδημα σε 250 € ανά μήνα (3000 €). Αν λοιπόν κατορθώσει ο εκκολαπτόμενος συμπολίτης μας να προσκομίσει αποδείξεις αξίας 750 € (όπως απαιτείται από το νόμο), τότε –όπως προαναφέρθηκε- ο φόρος που θα του επιβληθεί είναι 660 €.

Ποια λογική επιβάλλει λοιπόν να φορολογείται με κάτι λιγότερο από τρία μηνιάτικα (για την ακρίβεια 660 / 250 = 2,64 μηνιάτικα); Πως θα βοηθήσει αυτό την ανάπτυξη άραγε;

Τέλος, όλοι μιλούν για θέματα «νοοτροπίας» όσον αφορά την φοροδιαφυγή, αλλά τελικά, η παιδαγωγική λειτουργία του ίδιου του νόμου πάσχει βαρέως.

Ποια θα είναι η πρώτη επαφή των νέων συμπολιτών μας με το κράτος; Τί θα καταλάβουν από αυτή;

Πιθανότατα αυτό που καταλαβαίνουν όλοι πλέον: το κράτος όχι μόνο δεν βοηθάει, όχι μόνο είναι ένας μόνιμος συνεταίρος με υποχρεωτικό μερίδιο (το οποίο σε περίπτωση μή απόδοσης ποινικοποιείται) σε όλα τα στάδια και εκφάνσεις της ζωής σου, αλλά είναι ένας συνεταίρος που σε εμποδίζει ενεργητικά να κάνεις το οτιδήποτε, επιβάλλοντάς σου ετερόνομα κανόνες που στερούνται λογικής.

Και φυσικά, όλα αυτά είναι νόμιμα. Κανένας ΑΠ, κανένα ΣτΕ, κανένα ΑΕΔ και κανένα Κοινοβούλιο δεν πρόκειται να δικαιώσει τη λογική έναντι της «δημοσιονομικής ανάγκης». Πάντα στη στάθμιση ο ζυγός θα κλίνει υπέρ της δεύτερης.

Γιατί όλοι οι παραπάνω έχουν (;) ξεχάσει ότι εδώ και χρόνια έχει λυθεί το ζήτημα των σχέσεων νόμου και ανάγκης σε ένα Κράτος Δικαίου, με την επικράτηση του αξιώματος necessitas habet legem (οι νόμοι ισχύουν και στις καταστάσεις ανάγκης).

Και γιατί έχουν επίσης ξεχάσει τη ρήση του καθηγητή Γ. Μπαλή: «ό,τι είναι λογικόν είναι και νόμιμον».




Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας