Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Νομικό καθεστώς δικηγορικών αμοιβών στη Γερμανία

Στον κυκεώνα της προϊούσας απαξίωσης του δικηγορικού επαγγέλματος μας, πολλά έχουν γραφεί και λεχθεί το τελευταίο διάστημα για την αδήριτη ανάγκη του «ανοίγματος» του κατ’ ευφημισμόν κλειστού επαγγέλματος και προκρίνεται λυσσωδώς γι αυτό το λόγο, η κατάργηση των λεγόμενων νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων, ως μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση της επαγγελματικής απελευθέρωσης.

Με δεδομένη την παραδοχή ότι κύριος ενορχηστρωτής και βασικός παίχτης όλων αυτών που συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία 3 χρόνια είναι η Γερμανία, κρίνεται σκόπιμο να ρίξουμε μια ματιά τι ισχύει τελικά στη Γερμανία όσων αφορά τις λεγόμενες αμοιβές των εκεί συναδέλφων και να δούμε εν τέλει, εάν αυτά που σκοπεύουν να εφαρμόσουν εδώ στο προτεκτοράτο δια των ντόπιων ξεγάνωτων τενεκέδων, ισχύουν και στη Γερμανία. Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα είχαν τουλάχιστον το ηθικό απόθεμα να ζητούν από την Ελλάδα πράματα που έχουν εφαρμόσει οι ίδιοι στη χώρα τους. Στην αντίθετη περίπτωση θα πρόκειται απλώς για ατόφιο και παστρικό «δούλεμα» ιθαγενών.

Καταρχήν λεκτέο, ότι στη Γερμανία υπάρχουν ελάχιστες αμοιβές δικηγόρων!. Και μάλιστα πιο εξειδικευμένες και αφορώσες σχεδόν κάθε κίνηση του δικηγόρου τόσο όταν ασχολείται δικαστικώς όσο και εξωδικαστικώς. Η πρώτη μεγάλη διαφορά με το ελληνικό σύστημα είναι ότι οι αμοιβές των δικηγόρων εκεί είναι κλιμακωτές βάσει της επίδικης διαφοράς. Έτσι ενώ στην Ελλάδα η παράσταση ενώπιον πχ. Ειρηνοδικείου είναι ίδια είτε το επίδικο αίτημα είναι 6000 ευρώ είτε 19.990 ευρώ, στη Γερμανία κλιμακώνεται η αξία ανά 300 ευρώ επίδικης διαφοράς! 

Συγκεκριμένα, ο νόμος που ρυθμίζει τα των αμοιβών των δικηγόρων είναι το Rechtsanwaltsvergütungsgesetz του 2004 σε συνδυασμό με τη λίστα VV! 
Ο νόμος διακρίνει σε εξωδικαστικές ενέργειες και σε δικαστηριακές του δικηγόρου. Στην πρώτη συζήτηση με τον πελάτη, προβλέπεται ο δικηγόρος να δύναται να απαιτήσει έως 190 ευρώ για παροχή συμβουλών (προφορικά εννοείται). Κατά τ’ άλλα, στη συνέχεια το ύψος της αμοιβής του καθορίζεται είτε από τον νόμο και μάλιστα από το ύψος του επίδικου αιτήματος (κλιμακωτά!), είτε βάσει ελεύθερης έγγραφης συμφωνίας μεταξύ πελάτη και δικηγόρου (πράγμα που συμβαίνει κυρίως σε ποινικές υποθέσεις). 
Οι δικαστηριακές αμοιβές στα αστικά (παραστάσεις) δεν μπορούν να είναι κατώτερες από τις ελάχιστες ενώ μπορούν να είναι υψηλότερες αυτών, ενώ οι εξωδικαστικές ενέργειες, συμφωνούνται ακόμη και κάτω από το ύψος των ελαχίστων.
Ως παράρτημα στον εν λόγω νόμο, υπάρχει και λίστα (Vergütungsverzeichnis) με το κλιμακωτό αντικείμενο διαφοράς (Gegenstandswert) και παραπλεύρως αυτού, το αντίστοιχο ποσό του ύψους δικηγορικής πράξης (Gebührenwert). Πάνω στο τελευταίο ποσό ο δικηγόρος πολλαπλασιάζει με δεδομένο συντελεστή, και έτσι καθορίζεται η εκάστοτε αμοιβή του.
Ας γίνει το παραπάνω κατανοητό με ένα απλό παράδειγμα:

Αποζημίωση μετά από τροχαίο.
Ο Α ενάγει τον Β για καταβολή αποζημίωσης και ηθικής βλάβης ύψους 10.000 ευρώ λόγω υπαιτιότητας του εναγόμενου στο τροχαίο. Ο δικηγόρος του ενάγοντος ασχολείται με την υπόθεση από την αρχή δηλ. τόσο εξωδικαστικώς όσο και σε πρώτο βαθμό.
Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται:
-εξωδικαστικώς με το που αναλαμβάνει την υπόθεση δηλ. μελετάει το φάκελο (Geschäftsgebühr): 1,3 επί 486 ευρώ = 631,8 ευρώ
- Με την κατάθεση της αγωγής (Verfahrensgebühr) θα πληρώσει το πάνω ποσό κατά μισό άρα 315,9 ευρώ
- Αν γίνει η συζήτηση θα πληρώσει 486 x 1,2= 583,2 ευρώ
- Στα παραπάνω ποσά προστίθενται και τα πάγια έξοδα αναλωσίμων 20 ευρώ (Φωτ/πίες τηλεφωνήματα, που θεσμοθετημένα έξοδα),
και το όλο ποσό των 1.550,9 ευρώ υπόκειται σε ΦΠΑ (19%) = 294,67 ευρώ.

Άρα για το παραπάνω παράδειγμα ο δικηγόρος θα αμειφθεί με 1.845, 57 ευρώ.

Από το παραπάνω απλό παράδειγμα προκύπτει καταφάνερα, ότι ελάχιστες αμοιβές όχι μόνο υπάρχουν στη Γερμανία αλλά είναι και απείρως πιο συγκεκριμένες και αφορούν… … … τα πάντα!!!. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι περιπτώσεις όπου εκκρεμοδικούν υποθέσεις μεταξύ πελάτη και δικηγόρου, ακριβώς επειδή ο τελευταίος δεν υπολόγισε σωστά, ήτοι υπέρμετρα, την αξία της αμοιβής του. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο (BGH), έχει ασχοληθεί ουκ ολίγες φορές με ζητήματα αμοιβών των δικηγόρων.
Είναι απορίας άξιο λοιπόν, πως απαιτούν κάποιοι που έχουν θεσμοθετήσει τα πάντα και δεν μπορούν να κάνουν «βήμα» μπροστά εάν δεν προβλέπεται απ το νόμο, να απαιτούν από τους εδώ χαχόλους να καταργήσουν τα πάντα. Πρόκειται σαφώς για εμπαιγμό με μεγάλη δόση αυθαιρεσίας. Στο κάτω κάτω βρε αδερφέ, αν τα κάνουμε ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ, θα έρθουν να μας υποδείξουν να ανοίξουμε το επάγγελμα όταν οι ίδιοι το έχουν "κατάκλειστό";!

Γράφει ο Δημήτριος Δημητριάδης στο greek-rechtsanwalt.blogspot.gr


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας