Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Καλοί μου άνθρωποι Νο6

Θανάσης Βέγγος (29 Μάη 1927 - 3 Μάη 2011)

«Δεν είναι πόλεμος τούτο που μας βρήκε, κύριε ταξίαρχε. Ντροπή είναι... Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες» λέει στον αξιωματικό, ζητώντας να θάψει το νεκρό εγγονό του.

Συγκλονιστική φράση, συγκλονιστική ερμηνεία... το έλεγε και το πίστευε! Ένας Άνθρωπος γεννημένος να Αγαπά... δεν μπόρεσε να κρατήσει ούτε ίχνος μίσους και ας διώχθηκε ο ίδιος και η οικογένειά του. Γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από τον Βασίλη και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού και στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη δουλειά του, εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Γεγονός που προκάλεσε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια και ο Θανάσης Βέγγος αναγκάστηκε για πολλά χρόνια να ασχολείται με επεξεργασίες δερμάτων, ενώ παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα, όπως διανομή πάγου. Ως διανομέας πάγου, αργότερα θα γνωρίσει την γυναίκα του Ασημίνα με την οποία θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, αποκτώντας δύο γιους. Κατά τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, ο Θανάσης Βέγγος, ως παιδί ΕΑΜίτη, εστάλη να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ουσιαστικά ως εξόριστος, στη Μακρόνησο. 

Η Ιωάννα Καρυστιάνη μας είχε πει πως ο Θ. Βέγγος εκπροσωπεί τον λαϊκό άνθρωπο που ζει στο πετσί του τα αποτελέσματα της ιστορίας, όπως τη διαπλέκουν οι ισχυροί...

- Κύριε Βέγγο, το θέμα πρέπει να σας λέει πολλά, του είχαμε πει. Κάνατε κι εσείς Μακρόνησο...
«Ναι, για τεσσεράμισι χρόνια. Πέρασα δύσκολα. Ο Τάσος ο Ζωγράφος έμεινε δυόμισι χρόνια. Κάθε πρωί πήγαινε σε ένα βράχο πάνω από τη θάλασσα και τάιζε τη γοργόνα του. Καθόταν μέχρι το βράδυ και της έριχνε ψίχουλα, διαλύοντας την κουραμάνα του. Όταν ήταν να απολυθεί, του έλεγα: "δώσε μου κι εμένα να φάω, ρε Τάσο, από την καραβάνα σου"...»
Ο Ντίνος Δημόπουλος, στο βιβλίο του « Ένας σκηνοθέτης θυμάται...» (1998), ανακαλούσε το βράδυ εκείνο που, πολλά χρόνια μετά, ο Βέγγος, «μετά από πολλά παρακάλια άνοιξε το στόμα του και μας μίλησε για πρώτη φορά για τη Μακρόνησο»:
«Εμένα δεν μου έκαναν τίποτα, εκεί στη Μακρόνησο, μπροστά σ' αυτά που έκαναν στους άλλους. Δεν μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και τους ανάγκασαν να στραφούν ύστερα εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεοκοπία του ανθρώπου». 

Ποιος δεν θυμάται το Βέγγο-θηροφύλακα να διασχίζει με τη βάρκα του το Δέλτα του Έβρου και στο τέλος, σε ρόλο τιμωρού, να εκτελεί έναν αδίστακτο κυνηγό που πυροβολεί την τελευταία νανόχηνα που κατοικεί στον βιότοπο; Η σύγκρουση συμβολική: δύο τύποι ανθρώπων, δύο τύποι ηθικής.
« Όταν του πρότεινα να παίξει αυτόν τον ρόλο», λέει ο Π. Βούλγαρης, «εκείνος φώναξε τη γυναίκα του και τα δύο του αγόρια και τους ρώτησε τη γνώμη τους. Αν έπρεπε δηλαδή να πυροβολήσει. "Δεν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν σε ταινία", μου είχε πει. Όμως οι δικοί του τον παρότρυναν: "Μπαμπά, να το κάνεις". Όλες οι αποφάσεις περνούσαν από την οικογένειά του. Τους λάτρευε».
Σε μια βραδιά προς τιμήν του στον Κορυδαλλό, είχε πει: «Καλοί μου άνθρωποι... Πρέπει να κουραστήκατε απ' αυτήν την ακατάσχετη βεγγολογία - εγώ πάντως κουράστηκα. Το χάρηκα, αλλά κουράστηκα. Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα, όμως, σας διαβεβαιώ: ότι στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί»... και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

Αυτόν τον Άνθρωπο "τουφεκούσαν" οι Έλληνες πατριώτες...


Επιμελήθηκε ο Κάντζος Αριστείδης
Πηγές (1,2,3)


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας