Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Άλλη Μια Μέρα της Μαρμότας στην Ελλάδα

Στην κλασική ταινία «Ημέρα της Μαρμότας» του 1993 ο Μπιλ Μάρεϊ βρίσκεται μπλεγμένος σε μια ιδιαίτερα περίεργη κατάσταση. Κάθε χρόνο πηγαίνει ως απεσταλμένος  μετεωρολόγος τηλεοπτικού καναλιού σε μια μικρή αμερικανική πόλη για να καλύψει τη μετεωρολογική πρόβλεψη ενός τοπικού ζώου-ήρωα (μιας μαρμότας) για τη χειμερινή περίοδο, δηλαδή αν θα είναι ιδιαίτερα βαρύς αυτός ο χειμώνας και αν η θερμοκρασία θα διατηρηθεί σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα για μια εξαιρετικά παρατεταμένη χρονική περίοδο ή αν, εντελώς απίθανα,  η άνοιξη  θα εμφανιστεί αυτό το χρόνο πρόωρα. Αρχικά όλα φαίνονται να «πηγαίνουν ρολόι», ώσπου σύντομα  θα συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο είναι αποκλεισμένος σ’αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη λόγω μιας αναπάντεχης χιονοθύελλας, αλλά ακόμη χειρότερα ότι η ημέρα του ρεπορτάζ για τη «μεγάλη» πρόβλεψη της μαρμότας επαναλαμβάνεται αδιάκοπα  κάθε επόμενη μέρα.

Χρόνια αργότερα, στις αρχές Απριλίου του 2012, η οικονομική κρίση που χτύπησε «κατά λάθος» την Ελλάδα από τα τέλη του 2009, ακολουθώντας τη χρηματοπιστωτική αναταραχή εξ Αμερικής λόγω της χρεοκοπίας της εταιρίας Λίμαν Μπράδερς (Lehman Brothers)  και μια μυστηριώδη σειρά «δράσεων και αδρανειών» της ελληνικής κυβέρνησης του Παπανδρέου Γ΄, καθώς και τις αναπόφευκτες επικίνδυνες συνέπειες της κρίσης στις ζωές των Ελλήνων πολιτών, θύμισαν ακριβώς αυτή την ταινία.

Η γέννηση του συναισθήματος εκείνου της ημέρας της μαρμότας συνέβη, κατά έναν αναπάντεχο τρόπο, επίσης λόγω του  καιρού: μια σιγανή αλλά αδιάκοπη βροχή, που διήρκησε μια ολόκληρη εβδομάδα, και το ζοφερό περιβάλλον, σε ασυνήθιστα για τους Έλληνες επίπεδα, αναζωπύρωσε αισθήματα απόλυτης θλίψης και απαισιοδοξίας σχετικά με τη μελλοντική τους ευημερία και την υποθηκευμένη τους ελευθερία κι ανεξαρτησία.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σ’ ένα πάλαι ποτέ πολυσύχναστο απόγευμα Πέμπτης στην αγορά, μπορεί κανείς να δει δεκάδες καταστήματα στη Μητροπόλεως,  έναν από τους εμπορικότερους δρόμους της πόλης της Θεσσαλονίκης, χωρίς ούτε έναν πελάτη· μάλιστα, μέτρησα αποσβολωμένος δεκατέσσερα καταστήματα στη σειρά που δεν είχαν κανέναν πελάτη για αρκετή ώρα. Συνεπώς, οι μόλις μερικές δεκάδες ανθρώπων που περπατούσαν σ’ έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους μιας πόλης με πληθυσμό σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο πριν ξεκινήσει η κρίση (και με λιγότερους από 500.000 ανθρώπους στα επόμενα πέντε χρόνια εφόσον η κρίση επιμείνει παρ’ όλα τα «ευλόγως εγκεκριμένα» μέτρα των ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ), δεν αποτελούσαν καμία απολύτως έκπληξη.

Εντωμεταξύ, οι τιμές των προϊόντων στην Ελλάδα παραμένουν σε εκπληκτικά υψηλά επίπεδα και η ελληνική αγορά εξακολουθεί πιθανότατα να είναι η πιο ακριβή στην Ευρώπη, μολονότι οι μισθοί και τα υπόλοιπα «έξοδα» για το εργατικό δυναμικό (μηνιαία επιδόματα, αποζημιώσεις κ.λπ.) έχουν μειωθεί κατακόρυφα πάνω από 40%. Έτσι ο κατώτατος μηνιαίος μισθός επέστρεψε στα 490€ το μήνα και το ρολόι γύρισε στο 2005. Επιπλέον, η ανεργία έχει εκτιναχθεί στα ύψη κι έχει ξεπεράσει επισήμως το ρεκόρ του 20%, ενώ ανεπίσημα, δηλαδή στην πραγματικότητα, βρίσκεται στο 30%, και ο τρέχων δείκτης ανεργίας στους νέους βρίσκεται πάνω από το 60%, παρ’ όλο που οι επίσημες στατιστικές διαπιστώνουν ένα πιο μετριοπαθές ποσοστό της τάξης του 48,1%.

Επιπροσθέτως, τα αντισυνταγματικά νομοθετήματα συνεχίζονται σε όλα τα επίπεδα και συνακόλουθα τα δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών έχουν συρρικνωθεί δραματικά.  Επομένως, δεν μπορεί να υπογραμμιστεί αρκετά το γεγονός ότι οι άνθρωποι βλέπουν εδώ κι αρκετό καιρό τα κεκτημένα δικαιώματά τους να εξαφανίζονται  και αυτή τη νομική τάση να συνεχίζεται και μελλοντικά. Πρόσφατο παράδειγμα, έπειτα από την αντισυνταγματική έγκριση των Μνημονίων που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με τη συχνά αποκαλούμενη «διεθνή κοινότητα», αποτελεί ο νόμος που ψηφίστηκε πρόσφατα σχετικά με τη «Δίκαιη Δίκη και την Εύλογη Διάρκεια Αυτής» και ο οποίος απαιτεί από τους πολίτες να πληρώσουν περίπου 168 ευρώ σε περίπτωση που πέσουν θύματα κατ’ έγκληση εγκλημάτων (ενδεικτικά όπως απειλή, εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμιση, φθορά ξένης ιδιοκτησίας,απλή σωματική βλάβη κ.α.)προκειμένου να εξεταστεί η υπόθεσή τους από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές.

Τέλος, κάθε μέρα φαίνεται να φέρνει κι άλλη μία αυτοκτονία, η οποία προστίθεται στις περίπου 1750 αυτοκτονίες που συνέβησαν τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα.  Κι ενώ πολλές άλλες παραμένουν άγνωστες στο κοινό, καθώς αποσιωπούνται από τους ντροπιασμένους συγγενείς του θύματος ή, ακόμα πιο συχνά, παραμένουν εσκεμμένως κρυμμένες, μακριά από το φάσμα της στοχοποιημένης πληροφόρησης των ελληνικών δημόσιων μέσων ενημέρωσης, κάποιες άλλες περιπτώσεις δεν μπορούσαν παρά να κάνουν τελικά ταπεινά την εμφάνισή τους στα ρεπορτάζ των ειδήσεων.

Ενδεχομένως η «πρώτη» περίπτωση ήταν αυτή του Λεωνίδα Μαργιόλη, ιδιοκτήτη, μεταξύ άλλων, του γνωστού εστιατορίου «Επτά Θάλασσες» στον πεζόδρομο της Καλαποθάκη στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έπεσε  ήσυχα από το μπαλκόνι του ένα βράδυ λόγω των τεράστιων χρεών που όφειλε σε τοκογλύφους. Έπειτα ακολούθησε ο Χρήστος Χαρμπάτσης, ένας ήσυχος διάσημος σκηνοθέτης του θεάτρου στην Ελλάδα, που επέλεξε να μην αφήσει τον κόσμο μας εντελώς ασυνόδευτος, πέφτοντας με τ’αυτοκίνητό του στα ακόμα παγωμένα νερά στο λιμάνι του Πειραιά.

Κατόπιν ο Δημήτρης Χριστούλας, ένας 77χρονος πρώην φαρμακοποιός, ο οποίος επέλεξε ν’αυτοκτονήσει περισσότερο βίαια και φαντασμαγορικά μ’ ένα πιστόλι μπροστά στο ελληνικό Κοινοβούλιο· στο τελευταίο του σημείωμα δεν μάσησε τα λόγια του. Στο χειρόγραφο σημείωμά του κατηγορεί την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου (ως γνωστόν ο Γεώργιος Τσολάκογλου υπήρξε πρωθυπουργός της Ελλάδας και συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατά την περίοδο της κατοχής στο  Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο),  η οποία «εκμηδένισε κάθε ίχνος επιβίωσής του» και δηλώνει με τόλμη ότι «επειδή έχω μια ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης…δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για τη διατροφή μου». Το τέλος του σημειώματός του ακούγεται ελπιδοφόρο: «Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες, όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στον Μουσολίνι».

Παρ’ όλα αυτά οι νέοι δεν αποδείχθηκαν περισσότερο γενναίοι: μετά την αυτοκτονία του φαρμακοποιού ακολούθησε η αυτοκτονία του 45χρονου συνδικαλιστή δασκάλου Σάββα Μετοικίδη στη Σταυρούπολη, της 26χρονης μητέρας δύο παιδιών στο Σχηματάρι και του φερέλπι 38χρονου λέκτορα επί διετία υπό διορισμό στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκου Παλύβου.

Σήμερα,  βέβαια  ο καιρός έχει δήθεν επιστρέψει στις ηλιόλουστες λαμπρές μέρες του, μέχρι το μεσημέρι τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη, κι ως εκ τούτου και η αισιοδοξία σε μερικούς τουλάχιστον ανθρώπους. Επιπλέον, οι εκλογές έχουν ήδη γίνει μια φορά και θα επαναληφθούν σύντομα, ενώ παραμένει ακόμα ζωντανή η ελπίδα ότι ο κόσμος τελικά θ’αποκηρύξει τη φοβική προπαγάνδα των «αναπόφευκτων μέτρων» που διαδίδεται συνεχώς από τα «Μέσα Μαζικής Παραπληροφόρησης» και μέσω της εκλογής νέων  διαφορετικών ανθρώπων θα φέρει την αλλαγή στο προκαθορισμένα καταστροφικό μέλλον για τα συνταγματικά, εργατικά και ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών, καθώς και για την ίδια την ελληνική οικονομία.

Ωστόσο, σύμφωνα με το σενάριο της κινηματογραφικής ταινίας, αυτό δεν πρόκειται να είναι ούτε ιδιαίτερα εύκολο ούτε ιδιαίτερα προβλέψιμο· «ειδικοί» έχουν υπολογίσει ότι η μέρα της μαρμότας διήρκησε τουλάχιστον 8 χρόνια, 8 μήνες και 16 ημέρες.  Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σταδιακά αλλά θα κορυφωθεί εντελώς αναπάντεχα, όταν σχεδόν όλοι θα έχουν χάσει την ελπίδα ότι θα μπορεί όντως να υπάρξει μια αλλαγή. Και ίσως αυτό να ξεκίνησε να συμβαίνει μόλις «χτες», όταν ο 77χρονος πρώην φαρμακοποιός αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει έξω από το σταθμό του μετρό της ελληνικής Βουλής στην πλατεία Συντάγματος και οι πολίτες ανέτρεψαν με την ψήφο της 6ης Μαΐου τις άγουρες δημοσκοπήσεις.

Ίσως ναι…ή ίσως όχι.

*Μία αρχική έκδοση του άρθρου αυτού δημοσιεύτηκε στα σουηδικά από τη φινλανδική εφημερίδα Ny Tid Journal (τεύχος 14-15, 05/04/12, σελ. 7), ενώ κατόπιν άλλες εκδόσεις του άρθρου ακολούθησαν στα αγγλικά στο πανευρωπαϊκό δίκτυο περιοδικών Eurozine και στα γερμανικά στη Berliner Gazette.

Γράφει ο Βίκτωρ Τσιλώνης στο intellectum

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας