Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Επανάσταση

(ένα σύντομο διήγημα αφιερωμένο στην Κωστούλα)

Φόρεσε το ωραίο μεταξωτό, βαθύ κόκκινο, φουλάρι του, το απίθανο Εγγλέζικο, μπλε-μαύρο, σταυρωτό, με απαλή κόκκινη ρίγα, κοστουμάκι του, τα χειροποίητα, μαύρα, τριζάτα, λουστρίνια υποδήματα του (με ποντίνα παρακαλώ), έριξε μια ματιά στις λίγες άσπρες τρίχες που εμφανίστηκαν στο κατάμαυρο μαλλί του, τις σκέπασε προσεχτικά, έλαβε το ελαφρώς σοφιστικέ υφάκι με περίσσιους τόνους υπεροψίας μπαροβίως διαβιούντος δικηγοράκου και αναχώρησε από τους ελεύθερους της αριστεράς για λιμάνια σίγουρα, εκεί που δένουν τα ιστιοφόρα με τα ψηλά άλμπουρα, τις βαθειές καρένες, τις λευκόσαρκες ανωμαλιάρες γκόμενες και τις μυτιές της κόκας .

Κατέβηκε μέχρι την εξώπορτα, πάτησε πόδι στο λερό πεζοδρόμιο, χαμογέλασε στο σκότος -χωρίς να φανεί η περιποιημένη οδοντοστοιχία του- κι έριξε ένα «χα.χα.χα.» με περίσσιο σαρκασμό στα μούτρα του σύμπαντος του κενού δρόμου. 
Σκέφτηκε την μέρα του όλη κι όλα τα κουνούπια που συνάντησε απ΄ το πρωί και τα οποία πετούν για να τους πίνει το αίμα. 
Αναλογίστηκε την συνάντηση στην ώρα του καφέ με τον περίεργο πελάτη της στιγμής, εκείνον ντε που χρωστούσε και δεν πλήρωνε, γιατί τάχα δεν έλαβε το έμβασμα των μισθωμάτων των ακινήτων της επαρχίας. Σιγά μην έβαζε από κουβέντα πρωί-πρωί τον τύπο που συχνά χρησιμοποιούσε επί πληρωμή σαν μάρτυρα της φωτιάς που συνήθιζε τα μεγάλα λόγια, βρώμαγε με κείνη τη χαρακτηριστική βαρβατσίλα των δυτικών συνοικιών και δεν φορούσε ποτέ γαλλικά αρώματα να την σκεπάσει.
Αντίκρυσε από μακριά την λαϊκιά γκομενίτσα με τους στενούς κώλους και τις μυτερές ρόγες -βλήμα του κερατά κατά τα άλλα- που δούλευε στον συνάδελφο με τις υπόγειες υποθέσεις με κλεφτρόνια, εμποράκους ναρκωτικών και κάθε λογίς κατακάθια της κοινωνίας –ποινικολόγος γάρ- που όλο ψάχνεται ανάμεσα στο «πού πήγες; Σε ψάχνω. Τα τηλέφωνά σου δεν λειτουργούν. Τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ» και στην εκδηλωμένη απέχθεια του για τέτοιου είδους πουτάνες κρυόκωλες που δεν αξίζουν δεκάρα τσακιστή και έχουν απαιτήσεις ένα σωρό.
Έκανε ένα αδιάφορο «ουφ» για την βαθειά κατάθλιψη της κυρίας με το κέρινο χαμόγελο στα πεταχτά χείλη, τα κλαμένα κομμένα ματάκια και το διαζύγιο αντιδικία – άγρια σεξουλιάρα στην κάθε της κίνηση- που αναζητούσε τεκνό δικηγοράκο να τον μπάσει στο κόλπο των τρελών σαρκικών απολαύσεων με παρτούζες και τα λοιπά και να μοιρασθούν τα εν γάμω κτηθέντα του ντιντή μαλάκα.
Χα. Χα. Χα φίλε μου κάποιες κουβέντες ανούσιες σαν κι αυτές: «περίμενε. μην βιάζεσαι. κάποτε θα ξυπνήσει το θηρίο και θα μας δείξει τον δρόμο.» θέλουν υπομονή. Μεγάλη υπομονή... να τις ακούς και μόνο από το βλήμα που μοιράζει τα έντυπα του κόμματος. Αλλά τι να κάνεις, χρειάζονται κι αυτοί για να κυκλοφοράς με ασφάλεια και ελεύθερες δημοκρατικιές απόψεις στην κοινωνία. Εξ άλλου το προοδευτικός είναι καλή μόστρα για έναν φιλόδοξο και φιλήδονο αβοκάτο. 
Ήταν μια ώρα της νυκτός που χρήματα δεν υπήρχαν στα μηχανήματα των τραπεζών. Βενζίνη στο αμάξι δεν υπήρχε -και να υπήρχε ήταν άχρηστο γιατί δεν πληρώθηκαν τα τέλη κυκλοφορίας και τα ασφάλιστρα- Η βαρβάτη γκόμενα πρέπει να περιμένει στο όρθιο στην Βιβλιοθήκη. Και είναι το πρώτο ραντεβού μ΄ αυτή την τσούλα με τα χαϊμαλιά απ΄ τα Βόρεια Προάστια που παριστάνει την προοδευτικιά…
Έτσι, χωρίς να νοιώσει ακριβώς τι έκανε, πήγε στην στάση και περίμενε το Λεωφορείο που στην πινακίδα του γράφει «επανάσταση».
«Θα περιμένω σα πούστης» είπε μέσα του. «Πρέπει να πάω στην γκόμενα δεν είναι πρέπον να περιμένει εν μέση οδώ.» 
Κάθισε στο παγκάκι. Σήκωσε λίγο τα καλοσιδερωμένα ρεβέρ του παντελονιού του για να μην ακουμπούν στο πεζοδρόμιο και έγειρε λίγο.
Ένας εργατάκος τον λυπήθηκε που καρτερούσε στη στάση έτσι ντυμένος στα μεταξωτά και τον σκούντηξε:
«Έει. Κύριος. Ξύπνα. Μην κοιμηθείς. Αν σε πάρει ο ύπνος χάθηκες. Ο οδηγός περνάει χωρίς κόρνες και τέτοια κλαμπατσίμπανα. Κάνει λιγόλεπτη στάση εδώ και φεύγει σαν σφαίρα. Αν κοιμάσαι χάθηκε το αστικό κατά την Πύλη του Αδριανού ακολουθώντας τα φώτα του. Για να ξαναπάρεις λεωφορείο πρέπει να πας στην επόμενη στάση.» 
Σήκωσε τα μάτια. Κοίταξε το κενό ανάμεσα σε αυτόν και την σκούφια του εργατάκου και μουρμούρισε απελπισμένα: «Ποιος μπορεί να περπατήσει μες την βροχή μέχρι την επόμενη στάση φίλε μου;»
Ένα «σκασμός» ακούστηκε και σιωπή. Εκείνη η παγερή σιωπή που μιλάς κι ακούς το κενό σου.
«Η επανάσταση, φαίνεται, έχει δική της λογική» σκέφτηκε και αμέσως τον πήρε ο ύπνος.

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας