Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Ο Ειρηνοδίκης κύριος Μνης


-Παιδάκι μου, έλεγε η μάνα του κάθε πρωί που τον σήκωνε να πάει στο Σχολαρχείο, παιδάκι μου, ξανάλεγε, κοίτα να μάθεις γράμματα, να γίνεις δικαιόρος της Νομικής, να γίνεις κύριος, να βάλεις γραβάντα και να μην έχεις ανάγκη κανένανε.

Αυτό θυμόντανε κάθε πρωί που έδενε την σκούρα βυσσινί γραβάτα του, έριχνε την τελευταία ματιά στην πρώτη και την τελευταία τρίχα της αποχωρούσης λόγω φαλάκρας χωρίστρας του ο κύριος Μνης. Ακολούθως ο κύριος Μνης, κάθε πρωΐ, έριχνε μια μούντζα κατάμουτρα στον καθρέφτη, έλεγε το συνηθισμένο «κοίτα ρε μαλάκα πως κατάντησες», χαμογελούσε ειρωνικά, σοβαρευόντανε, χάϊδευε το μουστάκι του, φορούσε το αυστηρό χαμόγελο της εξουσίας, μόλις άνοιγε την θύρα του σπιτιού του, και όδευε προς το Ειρηνοδικείον ευθυτενής, όπου τον επερίμενε ο Κοσμάς .

Ο Κοσμάς ήταν ο κλητήρας του Ειρηνοδικείου, διορισθείς από τον τότε βουλευτή των Φιλελευθέρων, σε αναγνώριση των υπηρεσιών του πατέρα του και των ψήφων που εισέφεραν οι πέντε άγαμοι θείοι του καθώς και οι τρείς παντρεμένες θείες του με ολόκληρες τις οικογένειες των γαμπρών του, που αριθμούσαν σύνολο πλέον των τριάντα ψυχών στην κάλπη.

Και η κουτσή Μαρία γνώριζε ότι ο Κοσμάς διωρίσθη παρανόμως και χαριστικώς σε πραγματική ηλικία τριάντα οκτώ ετών, δέκα μηνών και είκοσι ημερών μετά από διόρθωση στην οποία προέβη ο κύριος Ληξίαρχος, με την σύμπραξη του εξοχοτάτου κυρίου Εισαγγελέως της Έδρας βεβαίως, παρακινηθείς από τον ισόβιο Δήμαρχο.

-Κάμε ένα καλό της ψυχής σου. Δεν βλέπεις το έρμο που κουτσαίνει από το αριστερό και γκαϊδίζει από το δεξί. Διόρθωσε δύο αριθμούς και ένα μήνα και στο κάτω–κάτω της γραφής ημαρτημένο ήταν και λάθος του μεθυσκομένου προκατόχου σου, ή μήπως και γνωρίζουμε αν απεβίωσε σε ηλικία τριάντα τριών ετών ο Μέγας Αλέξανδρος; του ανέφερε πειστικότατα ως παράδειγμα εκ της ιστορίας ο κύριος Δήμαρχος.

Ο Κοσμάς παρόλα ταύτα δεν εννοούσε να καταλάβει πώς, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αξιοτίμου κυρίου Ειρηνοδίκου, έπρεπε να ανάβει την σόμπα, αφού πρώτα άνοιγε τα παράθυρα προς γενικόν εξαερισμόν του κτιρίου από τα ακάρεα των αρχείων πριν από την έλευση του κυρίου Ειρηνοδίκου. Αυτός κατάλαβε ότι έπρεπε με κλειστά παράθυρα να ανάβει την σόμπα για να οικονομεί κάθε πρωΐ δέκα λεπτά ύπνου στην αγκαλιά της όμορφης γυναίκας του, της Περιστέρας του, να χαρεί τα πρωϊνά χάδια της, μια και προσφάτως την είχε παντρευτεί μετά από πολύμηνο και επώδυνο συνοικέσιο, με κουμπάρο και προξενητή τον τότε Δήμαρχο της κωμοπόλεως, ο οποίος εξησφάλισε με αυτήν την κουμπαριά τουλάχιστον άλλους πενήντα ψήφους στο νερό και επομένως είχε κλειδώσει την επομένη εκλογή και δεν τον κουνούσε κανένας κερατάς από την θέση του.

Ο Ειρηνοδίκης Βήτα τάξεως κύριος Μνης, εξαρχής με περίσσεια επιείκεια, είπε ας μην γίνει παρατήρησις εις τον Κοσμάν και ας ευχαριστηθεί την αγκάλην και τα χαϊδολογήματα της συζύγου του, μια και των δύο είχαν λείψει έως και την ηλικία των τριάντα ετών, γιατί πάντα εζήλευε την ευτυχία των νιόπαντρων συζύγων, αλλά ήταν ντροπαλός και δεν κρυφοκοιτούσε ποτέ τις κάμαρες τους.

Ο κύριος Μνης, ως έχετε αντιληφθεί, ήταν ειρηνοδίκης Βήτα τάξεως στο Ειρηνοδικείο της μικρής ημιορεινής κωμόπολης των Καμαροπαπούτσηδων εντός της Ελληνικής Επικρατείας. Κατάντησε με τα χρόνια ανύπαντρος, μύωπας, μοναχικός, κακομούτσουνος, μονόχνωτος, υποχονδριακός, χωρίς παρέες, χωρίς κόσμο γύρω του να μπορεί να πει μια κουβέντα σαν ανθρώπινο ον. Καιρού επιτρέποντος μονολογούσε περιπατώντας μόνος στην κεντρική πλατεία της κωμοπόλεως με βήμα περιπάτου τις μεταμεσημβρινές ώρες και αμέσως μετά το φαγητό, καθότι έπασχε από ελαφράς μορφής γαστρίτιδα και του υπεδείχθη αντί φαρμάκου ο περίπατος.

-Βρε μάνα, μονολογούσε, τι την ήθελες την Νομικήν Επιστήμην, τας σπουδάς και τα λοιπά κλαμπατσίμπανα. Ιδού τώρα. Στην αρχή του βίου μου δεν επεθύμουν ουδένα και τώρα δεν με θέλει ουδείς, καθότι δικάζω τους κλεφτοκοτάδες, τους λαθρεπιβάτες, τους ζωοκλέφτες, τους νταλματζήδες και γενικώς όλα τα αποβράσματα της κοινωνίας που ενοικούν στην περιφέρεια των πάλαι ποτέ κραταιών Δήμων Καμαροπαπούτσηδων, Πεδιάδος και Χάους.

-Καλησπέρα σας κύριε ενωμοτάρχα, χαιρετούσε τον καπετάνιο του σταθμού χωροφυλακής.

Ευρίσκετο εις στάσιν Κλαρίνον ο Καπετάνιος και χαιρετούσε τον περιπατώντα περίλαμπρον Ειρηνοδίκην κύριον Μνην και ακολουθούσε βαθειά υπόκλιση.

-Καλησπέρα σας κύριε Ειρηνοδίκα.

Και μετά από λίγο, γυρνώντας πίσω του για να διαπιστώσει μην και τον παρακολουθεί κανείς και μη ακούοντας ακόμη και τα σερνάμενα βήματά του, ξανάρχιζε ο μονόλογος :

-Βρε μάνα, αν δεν σου μιλήσουν τα αποβράσματα μεθ΄ υποκλίσεως και στάσεως προσοχής, ποιος θα σου μιλήσει; Ο παπάς που σαν επί της γης εκπρόσωπος του Θεού περιμένει να του φιλήσεις το χέρι ή ο Δήμαρχος που δεν τόχει τίποτα να αναφέρει στον Βουλευτή ότι καταδίκασες για αγροζημία τον τάδε κλεφτοκοτά που αριθμεί τόσες ψήφους και τον τάδε σφετεριστή και δεκαρολόγο που εκέρδισε τα προσωρινά μέτρα με δικηγόρο δεδηλωμένο και επιφανή κομματάρχην του αντιπάλου στρατοπέδου από τον δείνα που είναι μεν παντιόρα, αλλά μας δίνει και κανένα ψήφο; Ποιος, ρε μάνα, θα μου μιλήσει που κινδυνεύω να μετατεθώ στο Ειρηνοδικείο Ψωφίδος, όπου δεν θα με βρίσκει κανένας, αν πω καλημέρα σε άνθρωπο και δεν κάνω τα χατίρια του Βουλευτού και του Δημάρχου;

Στην λογικότατη απορία του δεν εύρισκε λογική απάντηση ο αξιοσέβαστος κύριος Μνης. Δεν υπήρχε βέβαια και λογική απάντηση, γιατί έτσι και σου δώσουν λάθος κουμπάσο τα πάντα μετρούνται λάθος. Και ιδού το λάθος της δυστυχούς μητέρας του Ειρηνοδίκου κυρίου Μνη.

Η κυρά Γλυκερία είχε, όπως ήταν απαραίτητο, ταπεινότατη καταγωγή. Ο πατέρας της πάμφτωχος εργατικός παρείχε τις υπηρεσίες του σπρώχνοντας κάρο στην μικρή επαρχιακή πόλη, κάνοντας θελήματα και χρησιμοποιώντας την αδύναμη και γερμένη δεξιά πλάτη του και το σχεδόν άχρηστο δεξί του πόδι, λόγους για τους οποίους έτυχε απαλλαγής στρατεύσεως. Η μάνα της, παραδουλεύτρα στο σπίτι του μεγάλου και τρανού αφέντη που, όπως λέγανε αυτοί που ξέρανε, η γυναίκα του, όπως λέγανε ο γιατρός, ο παπάς και ο δημοδιδάσκαλος, είχε τον πιο άσπρο και αφράτο κώλο της οικουμένης και κάτι βυζιά σφιχτά, στρογγυλά, ολοστρόγγυλα, ζουμερά με γεύση περγαμόντου. Λέγανε μάλιστα οι κακές γλώσσες πώς είχαν αυτή τη γεύση γιατί δεν έκαμε παιδιά με τον προκομμένο μια και, όπως λένε, δεν είχε πρόβλημα γυναίκα μαζί του, γιατί δεν μπορούσε να την αγκαστρώσει και άρα δεν κινδύνευε, αν του έλεγε καλημέρα μετά τον εκκλησιασμό .

Η κυρά Γλυκερία σαν δεύτερο παιδί του πατέρα της ήταν για ξέκαμα μια και πέτυχε θηλυκό. Τα θηλυκά τότε τα ξεκάνανε με δύο τρόπους, ή τα στέλνανε δούλες σε σπίτι ή τα κλείνανε στο κατώϊ να μη τα δει ούτε αρσενικός γάτος ώσπου να παντρευτούνε και να κρεμάσουνε στην κοινή θέα και το σεντόνι της αγνότητάς τους. Την κυρά Γλυκερία διάλεξαν να την στείλουνε δούλα σε σπίτι για να μην την έχουνε στα ποδάρια τους και για να μην τρώει καθημερινά μια χαψά ψωμί καλαμποκίσο από τα πέντε αρσενικά αδέρφια της .

Σε ηλικία δέκα χρονών την πήρε από το χέρι η μάνα της και της είπε :

-Πάμε επίσκεψη στην κυρά αφεντικιά να σε δει, κι αν της αρέσεις, σε κρατάει, μην λάχει και γλυτώσεις και εσύ και εμείς.

Μυξιάρικο, αδύνατο, άρρωστο, με βροχικά, να τρέχει η μύτη του, ανέβηκε τα σκαλιά του αρχοντικού και με το μάτι του άρπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του και τόβαζε στο νου και το θέλημά της.

-Τα πάντα δικά μου. Εγώ θα ζήσω. Θα ζήσω που να σκάσουνε όλοι και πρώτα –πρώτα η κυρά μάνα μου κι ύστερα αυτή που με παίρνει δούλα.

Έζησε η Γλυκερία. Παντρεύτηκε τον καροτσέρη του κάρου της αποκομιδής σκουπιδιών του Δήμου κατόπιν σφοδρού έρωτος. Έκαμε πέντε παιδιά με πρώτο τον κύριο Μνη. Όπως συνέβαινε σε αυτές τις περιπτώσεις, κληρονόμησε τους αφεντάδες της μια και δεν είχαν παιδιά και φρόντισε να βαφτίσουν τα δικά της. Οι κακές γλώσσες λέγανε πως το πρώτο και το δεύτερο ήταν του αφέντη, αλλά ποιος τα πιστεύει αυτά; Αν ήταν καλός, δεν θα μοσκοβολούσαν ως το βαθύτατο γήρας τα βυζιά της γυναικός του περγαμόντο, θα έσπερνε στο δικό του και δεν θα χρειαζόντανε ξένο χωράφι.

Τέλος πάντων, τα παιδιά, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτή την κοινωνία, είναι της μάνας τους και τα μεγαλώνει ο πατέρας τους.

Για το πρώτο της παιδί είχε όνειρα. Το αρχοντικό που κληρονόμησε η κυρά Γλυκερία ήταν σε ένα σοκάκι της Πόλεως απ' όπου περνούσαν οι δικηγόροι με τα παπούτσια τους, μερικλαντάν λουστρίνι μαύρο με ποντίνα, με τα κουστούμια τους εγγλέζικα σταυρωτά με ρίγα, στην τσέπη μαντηλάκι μεταξωτό Προύσσης και στην μπουτονιέρα πάντα ίον ή γαζίαν, με πίλον σκουρόχρωμον «αμερικανέ», να πηγαίνει με το κοστούμι, με γραβάταν μεταξένια εκ Παρισίων και χρυσήν αγκράφαν, με γιλέκον ιδίου υφάσματος με το κοστούμι και χρυσούν ωρολόγιον μετά κρεμαμένης χρυσής καδένας δέκα οκτώ καρατίων περικαλώ. Δικηγόροι της Νομικής και δικολάβοι ακολουθούμενοι από τσαμπιά πελάτες, που άλλος τους προσφωνούσε κουμπάρους, άλλος τους έλεγε συμπεθέρους, άλλος τους έλεγε χωριανούς, άλλος τους έλεγε αφέντες, άλλος κρατούσε κόκορον, άλλος κόταν, άλλος πάπιαν, άλλος φιάλην οίνου, άλλος δοχείον ελαίου, ουδείς χρήματα.

Ορισμένοι πελάτες ακολουθούσαν τους δικηγόρους από μακριά και είχαν κοντά τους δυο-τρείς παρατρεχάμενους για τις ανάγκες τους, αυτούς όλο αυτό το τσούρμο τους αποκαλούσε κυρίους ή αφέντας, κάνοντάς τους και βαθιές υποκλίσεις. Οι κουμπάροι και λοιποί, όπως είπαμε, πλήρωναν με κότες και δεν είχαν μάρτυρες για την υπόθεση τους. Οι κύριοι πλήρωναν με λεφτά και είχαν μάρτυρες όλη την καλή κοινωνία, πιθανόν αυτή να ήταν η κοινωνική τους διάκριση. Στους μεγάλους–μεγάλους κυρίους έρχονταν δικηγόροι του Εφετείου Πατρών, τους οποίους διέκρινες από την άνεση που μιλούσαν στους κυρίους, από το αγέρωχο βλέμμα τους που ήταν καρφωμένο στην δεξιά τσέπη του πελάτη τους, όπου εκρύπτοντο οι λίρες Αγγλίας και οι οποίοι έλεγαν και επαναλάμβαναν: Θα υπομνήσωμεν εις το Δικαστήριον ίνα μη διαλάθη της προσοχής του ότι ο Νόμος ορίζει ..., και ακολουθούσε πάντα μια σαχλαμάρα.

Η Γλυκερία ενθουσιάζονταν τόσο από το θέαμα, που, όταν συνεδρίαζε το δικαστήριο, δεν εξεσκόνιζε το σπίτι, δεν έλιαζε τα κλινοσκεπάσματα, δεν τίναζε τα στρωσίδια της, έφκιαχνε μακαρόνια με σκόρδο ή τηγάνιζε γουβιούς για ευκολία και καθόντανε στο παραθύρι και θαύμαζε όλον τον θίασο και μονολογούσε :

-Τον Μνη θα τον κάνω δικαιόρο της Νομικής!! Να φοράει γραβάντα και να μην έχει ανάγκη κανένανε.

Πες, πες και μετά χιλίων βασάνων και επικύψεων τον σπούδασε δικαιόρο της Νομικής.

Ο Μνης, αφού υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία ως γραφέας επιστρατεύσεως με τον βαθμό του λοχία, γράφτηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο της ιδιαιτέρας πατρίδας του και εν συνεχεία, αφού υπέστη, μεταβάς εις τας Αθήνας δια ατμοπλοίου, την νενομισμένην δοκιμασίαν ενώπιον του Αρείου Πάγου επιτυχώς, βοηθηθείς βεβαίως ολίγον και υπό του τότε βουλευτού των Φιλελευθέρων, απέκτησε το δικαίωμα εγγραφής στα μητρώα των δικηγόρων.

Ακολούθως, επειδή δεν υπήρχε θέση δικηγόρου στην έδρα του Πρωτοδικείου και ήταν άδεια μια θέση στο ορεινό και απομεμακρυσμένον Ειρηνοδικείον αθλιοτάτης και πτωχής κωμοπόλεως, ενεγράφη στον Σύλλογο και απέκτησε το δικαίωμα του δικηγορείν, διορισθείς σε πανηγυρική Συνεδρίαση της Ολομελείας της Έδρας κατά μήνα Οκτώβριο του χίλια εννιακόσια τόσο.

Στην ορκωμοσία του παρέστησαν η κυρία Γλυκερία που έφκιαξε παντεσπάνι με δέκα οχτώ αυγά και βούτυρο της ημέρας αγορασθέν από ορεσίβια βλάχα κατόπιν παραγγελίας και το σορόπιασε καλά, ο πατέρας του και οι συνάδελφοί του πατέρα του καραγωγείς της καθαριότητος, άπαντες οι γειτόνοι και οι δασκάλοι του, καθώς και η Αναστασούλα, ένα κορίτσι συνεσταλμένο είκοσι πέντε ετών προερχόμενο από την οικογένεια του υπαλλήλου του Δήμου που είχε την φροντίδα των αποπάτων. Μοδιστράκι. Όμορφο κορίτσι. Στρουμπουλό. Με ωραία ολοστρόγγυλα βυζιά γαλακτοφόρα. Ξανθούλι λίγο. Ντροπαλούλι και θελκτικότατο.

Το κορίτσι κάθισε στην τελευταία σειρά και καμάρωνε τον λεβέντη που παίξανε τα τζετζερούλια, χαϊδευτήκανε μικρά, είπανε το «Α! Αυτό το γνωρίζω, το έχει και το αδελφός μου», και αργότερα, ευκαιρίας δοθείσης, κάνανε αυτό που πλήρωσε ο Αδάμ και η Εύα και έκτοτε το πληρώνει όλη η ανθρωπότητα.

Ο Μνης, σωστός λιμοκοντόρος με τα μυωπικά γυαλιά, το σκουρόχρωμο κουστούμι, την μεταξωτή γραβάτα και τα δύο χέρια του που σήμερα δεν εθώπευαν τα δύο ολοστρόγγυλα βυζιά της μοδιστρούλας, αλλά τον γύρο του καπέλου του από αμηχανία, ευρίσκετο ενώπιον του Ιερού Ευαγγελίου, της Εικόνος του Εσταυρωμένου πίσω από την Σύνθεσιν, της Συνθέσεως του Δικαστηρίου, των δεξιά και αριστερά μελλοντικών δήθεν συναδέλφων του και στις πλάτες του σύμπας ο ανώνυμος λαός, ο οποίος στο μέλλον θα ονομάζετο συλλήβδην δια της λέξεως «οι πελάται».

Η μαμά Γλυκερία με το μάτι της γυρόφερε την αίθουσα και είδε την ξανθιά νταρντάνα που κοσμούσε την τελευταία σειρά των καθισμάτων φορώντας τα γιορτινά της. Κούνησε το κεφάλι της και ψιθύρισε στον προκομμένο σύζυγό της :

-Μμμμ. Για κοίτα ο Μνης έφερε την π΄τάνα του εδώ. Δε το ξέραμε να τον κάνουμε δικαιόρο της Νομικής για να τον πάρει η κόρη του σκατατζή!!

Ο Καροτσέρης του κάρου της αποκομιδής των σκουπιδιών δεν μίλησε και ούτε υπήρχε πιθανότητα να τολμήσει.

Η Γλυκερία συνέχισε ακάθεκτη.

-Για κόπιασε. Για κόπιασε. Τι νόμ΄σες; Σε ήθελε το τέκνον μου για τις σωματικές του ανάγκες. Όχι θα τον άφ΄να να κάμ΄ τ΄ν ανάγκη τ΄ μοναχός τ΄. Να πας να παρ΄ς έναν τ΄ς αράδας σ΄. Εμένα, κυρά μ΄, ο γυιός μ΄ θα παρ΄ τ΄ κόρ΄ τ΄ Σκουζέ!! Αμ τί!!

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την μουρμούρα και ακούστηκε η βαριά φωνή του Προέδρου και η κουδούνα που είχε στο χέρι του άρχισε να βαράει ασταμάτητα.

-Παρακαλώ, σιωπή! Η στιγμή είναι ιερά, είπε αρχικά, και συνέχισε.

-Κλητήρ! Απομάκρυνε της αιθούσης την κυρίαν, ήτις θορυβεί, και έδειξε την κυρά Γλυκερία.

Ο κλητήρας, ένα φαλακρό, ξεπουπουλιασμένο σπουργίτι σε ηλικία περίπου εξήντα χρόνων, πλησίασε την Γλυκερία, την έπιασε από το μπράτσο και της είπε επιτακτικά, χρησιμοποιώντας την εξουσία που έλαβε με την διαταγή.

-Κυρία, παρακαλώ απέλθετε πάραυτα, είπε παγερά.

Ο Μνης γύρισε και είδε ότι η απερχομένη ήταν η μητέρα του, αλλά δεν ομίλησε καθότι η στιγμή ήταν ιερά και ατάραχος συνέχισε τον όρκον εις το Έθνος, την Θείαν και την Ανθρωπίνην Δικαιοσύνην ενώπιον Θεού, Δικαστών και Πελατείας.

Περιττόν να πούμε ότι ο Μνης απέτυχε ως δικηγόρος, γιατί για την επιτυχία απαιτούνταν χίλια δύο προσόντα που δεν ήταν δυνατόν να τα έχει ένας αποτυχημένος εραστής μοδιστρούλας κόρης σκαταντζή και δεδομένου ότι δεν απεδέχθησαν την ανέλιξη του οι συγγενείς, οι φίλοι και η μικρή κοινωνία της πόλεως, λόγω καταγωγής και λόγω της συμπεριφοράς του προς τον συμπαθέστατο υποψήφιο πεθερό του, ο οποίος δυστυχώς επιμελείτο την κένωση των βόθρων και δεν είχε επαρκείς καταθέσεις ή ακίνητον περιουσίαν ή γνωριμίες μεταξύ των επιφανών, τον οποίο απέπεμψε του γραφείου του λέγων:

-Εγώ εγεννήθην δια θαυμαστά και ουχί να έλθω εις γάμου κοινωνίαν μετά της θυγατρός σας. Απέλθετε παρακαλώ κύριε.

Έτσι, για να μην ξερομαυρίζει με μικροδιαφορές, πταίσματα και συμφωνητικά, αναγκάστηκε να ψηφίσει το Λαϊκόν κόμμα, παρότι βαθύτατα Βενιζελικός, το οποίο ευθύς ως ανέλαβε την εξουσία, τού εδώρισε την ιδιότητα του Ειρηνοδίκου για να έχει και αυτό άνθρωπο δικό του σε θέση κλειδί.

Κάπως έτσι βρέθηκε ο αξιότιμος κύριος Μνης Ειρηνοδίκης Βήτα τάξεως στο Ειρηνοδικείο των Καμαροπαπούτσηδων.

Κάπως έτσι φτάσαμε παραμονές των Χριστουγέννων του χίλια εννιακόσια τόσο, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στην αυλή του Ειρηνοδικείου ένας κοντοστούπης δικηγόρος της πόλεως, γνωστότατος παράγοντας του Κυβερνώντος τότε Δικτάτορος Μεταξά, υπερφίαλος, παραδόπιστος και προχειρολόγος, καβάλα σε ένα ψηλό, περήφανο, κοκκινωπό άλογο. Μπήκε στο Κατάστημα σαν κατακτητής, κάθισε στην απέναντι από τον Ειρηνοδίκη καρέκλα αγενέστατα, χωρίς να υποβάλει τα σέβη του, και είπε:

-Παρακαλώ να προσδιορισθεί η παρούσα υπόθεσις την Παρασκευήν.

Ο αξιότιμος κύριος Ειρηνοδίκης του Ειρηνοδικείου των Καμαροπαπούτσηδων, χωρίς να δει το έγγραφο, είπε:

-Μα, την ερχομένη Παρασκευή είναι παραμονή των Χριστουγέννων.

-Παρακαλώ λαμβάνετε τον μισθόν σας ;

-Βεβαίως.

-Τότε, αν θέλετε να τον λαμβάνετε, επιβάλλεται η παρούσα απόφασις να δικασθεί και να τύχει αποφάσεως αυθημερόν, καθότι ..., και είπε ένα σωρό βλακείες.

Ο Μνης εφώναξε τον Κοσμά για να θέσει σφραγίδες, υπέγραψε και παρέδωσε στον Κοσμάν αντίγραφον προς επίδοσιν στους καθ' ών.

Απελθόντος του επιφανούς δικηγόρου της Νομικής ανέγνωσε τα ονόματα των διαδίκων.

Αναστάσιος Αναστασίου του ... και της ..., κουρεύς, κάτοικος ..., κατά των Αναστασίας, χήρας Ευθυμίου Αναστασίου, το γένος ..., και ακολουθούσε το όνομα του σκαταντζή της γενέτειρας του για τον εαυτό της και σαν επιτρόπου των τριών ανηλίκων τέκνων της.

Πώ, πώ, σκέφτηκε, έχει πλάκα να είναι το παλιό αμόρε μου. Μπά. Πού στο διάολο να βρεθεί εδώ στην άλλη άκρη της Ελλάδος. Αυτή μου είπε η μάνα μου πως πήγε στην Αμερική.

Δεν φωνάζω τον Κοσμά να μου πει;

Τον φώναξε και από τον Κοσμά πληροφορήθηκε ότι την γυναίκα αυτή την παντρεύτηκε ο Αναστασίου στην Αθήνα όπου δούλευε ως εκδοροσφαγέας. Ο Αναστασίου έφυγε από το χωριό μετά από διαμάχη για μια φουρκιά τόπο με τον αδελφό του και αφού εναντίον του ετοίμαζε στρατοκαρτερία και δολοφονία, αλλά τον απεκάλυψε την τελευταία στιγμή η γυναίκα του υποψηφίου θύματος και εδώ αντιδίκου, στην οποία ο Αναστασίου είχε υποσχεθεί μετά τον φόνο ζωή χαρισάμενη.

-Ως αντιλαμβάνεσθε κύριε Ειρηνοδίκα, αντικείμενο της δίκης είναι η τότε διαφορά, και αντίδικοι η χήρα του εκδοροσφαγέως και ο κουνιάδος της

Το μεσημέρι εκείνο, μετά το φαγητόν, τον κύριο Μνη κατά τον συνήθη περίπατον εις την πλατείαν τον ανέμενε ο κύριος Δήμαρχος, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ δηλώσει τυφλήν υπακοήν εις τον Μεγάλον Ευεργέτην και Λαμπρόν Πρωθυπουργόν κύριον Μεταξάν.

Τον χαιρέτισε και του ανέφερε ότι ενδιαφέρετο για την περίπτωση Αναστασίου ο Μητροπολίτης, ο παπάς της Ενορίας, ο Νομάρχης και φυσικά ο ίδιος και ο Φρούραρχος της Πρωτευούσης του Νομού, καθότι ο κύριος Αναστασίου ήτο εξέχον πρόσωπον του Κυβερνώντος Κόμματος

Ο κύριος Μνης κούνησε το κεφάλι του καταφατικώς και τόνισε με σημασίαν:

-Εξ άλλου το δικαίωμα των καθ' ών παρεγράφη.

Την ορισθείσα ημέρα και ώρα ο Ειρηνοδίκης Βήτα Τάξεως του Ειρηνοδικείου Καμαροπαπούτσηδων κύριος Μνης ανέγνωσε τα στοιχεία των διαδίκων

- Αναστάσιος Αναστασίου του ... και της ... . Παρών και με διορίζει ο Παριστάμενος κοντοστούπης Δικηγόρος της Νομικής.

Κατά Αναστασίας χήρας Ευθυμίου Αναστασίου το γένος ..., και ακολούθως δι' εαυτήν και ως νόμιμος επίτροπος των ανηλίκων τέκνων της, και ακολούθησαν τα ονόματα των τέκνων της, παρών και με διορίζει ο παριστάμενος δικολάβος.

Ο Ειρηνοδίκης, δεν έριξε το βλέμμα του στο ακροατήριο, γύρισε και κοίταξε το ακάνθινο στεφάνι του Εσταυρωμένου. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και εδήλωσε ότι την υπόθεση αυτή θα την δικάσει άλλος Ειρηνοδίκης μετά από ένα μήνα. Μπήκε στο γραφείο του. Φώναξε τον Κοσμά και τον παρεκάλεσε να τον αφήσει για λίγο μόνο του. Έβαλε μπροστά του ένα χαρτί. Πήρε μελάνι στην πένα του κι άρχισε να γράφει. Ο υπογραφόμενος Ναπολέων Μνής του ... και της ..., Ειρηνοδίκης Βήτα Τάξεως, ευσεβάστως υποβάλλω την παραίτησίν μου, διότι λόγω του αδυνάτου χαρακτήρος μου, απέτυχα ως άνθρωπος και ως Ειρηνοδίκης Βήτα Τάξεως. Δηλώ ότι δεν δύναμαι να αντισταθώ εις την μητέραν μου, εις τους συνηγόρους, όταν μου ζητούν αναβολάς, εις τον εκάστοτε Υπουργόν, εις τον εκάστοτε Νομάρχην, εις τον κύριον Δήμαρχον και εις τον Κοσμάν, τον κλητήρα του Ειρηνοδικείου του Δήμου των Καμαροπαπούτσηδων.

Δάκρυσε ελαφρώς. Σήκωσε τους οφθαλμούς του προς τον Ουρανόν ελαφρώς. Επανέλαβε το «Αχ, βρέ μάνα! Τι την ήθελες την Νομικήν επιστήμην, τας σπουδάς και τα λοιπά κλαμπατσίμπανα. Ιδού τώρα». Έθεσε την ημερομηνίαν και την υπογραφήν του. Παρέδωσε το έγγραφον εις τον Κοσμάν και απήλθε του Ειρηνοδικειακού Καταστήματος μειδιών.

Έξω στην αυλή τα τέσσαρα παιδιά του κλητήρα και της Περιστέρας παραμονή Χριστούγεννα λέγανε τα κάλαντα και χαλάγανε τον κόσμο ........

ΥΓ. Σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα.


Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος (πηγή)



Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας