Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η φύση, ο ρόλος και η αποστολή του Δικηγόρου, ως ευφραντικό όραμα και νοσταλγική ανάμνηση


Κάθε σύστημα δικαίου και η διαδικασία απονομής του, προϋποθέτει θεσμούς που υπηρετούν συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες ανάγκες οι οποίες διεκδικούν την ικανοποίησή τους ως δικαιώματα.

Δικαίωμα κατά το ισχύον δίκαιο, είναι η απαίτηση να ικανοποιηθεί συγκεκριμένο ιδιωτικό η δημόσιο συμφέρον, ενός προσώπου (φυσικού η νομικού) που εκλαμβάνεται ως το νομικό είδωλο (personnalite juridique)  του πραγματικού ανθρώπου.

Το Δίκαιο ως πηγή δικαιωμάτων στο πλαίσιο του πολιτισμού της νεωτερικότητας, είναι «κοινωνικό συμβόλαιο». Μια έννοια απολύτως χρηστική που παραμερίζει τα πρόσωπα έναντι των ρόλων, που αυτά διαδραματίζουν, στα πλαίσια της οργανωμένης συμβίωσης. 

Από αυτό το «κοινωνικό συμβόλαιο» απορρέει πλέον ο «Δίκαιος τρόπος» κοινωνικής συμβίωσης, οι κανόνες δικαίου που τον καθορίζουν και οι οργανωτικοί μηχανισμοί που τον εξασφαλίζουν. Στα πλαίσια αυτών των μηχανισμών αναπτύσσεται πλέον ο τεχνικός νομικός λόγος, ακατάληπτος για τους πολλούς, που καθιστά αναγκαία την ύπαρξη των διαμεσολαβητών του δικαίου και των εκπροσώπων των πολιτών που ελέγχονται για υπερβάσεις των ορίων του δικαίου τρόπου συνύπαρξης. 

Αυτό είναι το πλαίσιο όπου πλέον ο Δικηγόρος καλείται να πιστοποιήσει την φύση, την αποστολή και το έργο του.

Αυτό πλέον συμβαίνει με ηχηρά χαρακτηριστικά, μέσα σε περιβάλλον ανατροπής όλων των κυριάρχων μορφών συλλογικής οργάνωσης, στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που ονομάστηκε «αναρχοκαπιταλισμός»  

Σε αυτά τα πλαίσια προβάλλει πλέον, το ζήτημα της ανάγκης απελευθέρωσης των λεγόμενων ‘κλειστών επαγγελμάτων’ που αποτελούσε την  παραδοσιακή φόρμα της επαγγελματικής αυτορρύθμισης στην Ηπειρωτική Ευρώπης.

Η Ευρωπαϊκή ένωση παρεμβαίνει προκειμένου να τα ‘ανοίξει’ και να τα ‘απελευθερώσει’ από τις παραδοσιακές φόρμες οργάνωσης στο όνομα της αποτελεσματικότητας .  

Εδώ αναδεικνύεται και το ζήτημα της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων στην Ελλάδα αφού πλέον η δική μας συλλογική λειτουργία ενετάχθη από τους κυρίαρχους της Ευρωπαϊκής ισχύος, στον έναν πόλο του Δυτικού νομικού παραδείγματος, ήτοι αυτού των χωρών της Ηπειρωτικής Ευρώπης, χωρίς να αναζητηθεί, ερευνηθεί και αναδειχθεί η ιστορική ιδιοτυπία, του Ελληνικού νομικού παραδείγματος και η ιδιαιτερότητα της νομικής θέσεως των ελεύθερων επαγγελμάτων, συγκεκριμένων κατηγοριών και ειδικότερα –πράγμα που εδώ μας ενδιαφέρει- του Δικηγόρου. 

Από την διφυία της νομικής θέσεως του Δικηγόρου στην Ελλάδα που μετέχει στην οικονομία (ιδιωτική σφαίρα) ως ελεύθερος επαγγελματίας και στην δημόσια θέσμιση  (δημόσια σφαίρα) ως δημόσιος λειτουργός - επικουρικός δικαστικός- δεν οδηγηθήκαμε να σαρκώσουμε, τον ρόλο του συντεχνιακού συνομιλητή του κράτους, στην άρθρωση της πολιτικής, (κορπορατισμός), όπως έγινε στις χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης αλλά ούτε και οδηγηθήκαμε στην νεωτερική «καθαρή θέση» του δικηγόρου – επιχειρηματία του Αγγλοσαξονικού Δικαίου.  

Μείναμε μετέωροι εγκυστωμένοι από ανασφάλεια, στην καρικατούρα του Δημόσιου λειτουργού και στην υπεραναπλήρωση της φενάκης του επιχειρηματία. Από την διφυία περάσαμε στην σχιζοείδεια 

Όταν συγκροτείτο το Ενωσιακό γεγονός, όταν αρθρώνετο ο Ευρωπαϊκός δημόσιος λόγος, όταν γεννιόταν το Ευρωπαϊκό δικαϊκό σύστημα, δεν κομίσαμε την δική μας νομική ετερότητα, δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε αντικείμενο συζήτησης την δική μας εκδοχή περί δικαίου. Απλά αναλωθήκαμε σε  μιμητισμούς και σε μεταπρατική  αντιγραφή, των δικαϊκών συλλήψεων των άλλων χωρών. 

Δεν κομίσαμε καμία πρόταση νομικού πολιτισμού!!  

Δεν αρθρώσαμε τον δικό μας καθαρό περί δικαίου, δικαιοσύνης και δικηγορίας λόγο ούτε βέβαια υιοθετήσαμε τον λόγο κανενός συντελεστή της χρηστικής αντίληψης του Δικαίου. 

Έτσι συνεχίσαμε να μετεωριζόμαστε. Ούτε δημόσιοι λειτουργοί, ούτε επιχειρηματίες, αλλά έμφοβοι και παρακλητικοί απέναντι στο κράτος προκειμένου να μας περιφρουρήσει δικηγορική ύλη που χάνεται, να ανεύρει τρόπο αξιοπρεπούς επιβίωσης των δικηγόρων και να κατοχυρώσει μισθωτές θέσεις εργασίας μας.

Στα πλαίσια δε αυτά της συλλογικής μας τραγικότητας, ποσοστό συναδέλφων μας αναγορεύονται αφενός μεν σε αμφίβολης νομιμότητας, «παράγοντες» του ιδιωτικού βίου και των κοινωνικών συσσωματώσεων αφετέρου δε εμφανίζονται ως ελκυστές της εύνοιας του Δικαστή, την ίδια ώρα που οι απομονωμένοι στην μελέτη και τον μόχθο δικηγόροι, προσοντούχοι νομικοί, εκδιώκονται φυγοκεντρικά από την Δικηγορική ύλη και επιζητούν ματαίως την επαγγελματική ευσπλαχνία της αγοράς.  

Ενώ σε επίπεδο αποφάσεων και θεωρητικής του δικαίου «…από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13-19, 22, 26, 35, 38, 44, 47, 63, 92 και 201 παρ. 6 του ν.δ. 3026/54 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», συνάγεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, που διορίζεται, κατόπιν διαγωνισμού, με προεδρικό διάταγμα στην έδρα ορισμένου πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου ομνύει τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του. Προάγεται σε δικηγόρο παρ’ Εφετείω και Αρείω Πάγω, ασκεί δε το λειτούργημά του χωρίς να υπόκειται "εις ουδεμίαν και καθ’ οιονδήποτε τρόπον προηγουμένην άδειαν οιασδήποτε αρχής" (άρθρο 44). Μετέχει δε του δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας και έχει ως διακριτικά γνωρίσματα:

α) Την χαλαρή εξάρτηση από το κράτος (ελάσσων της συνήθους για δημοσίου υπαλλήλους και μείζων σχετικά με αυτή των λοιπών πολιτών

β) Την Θεραπεία δημοσίου συμφέροντος: Εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης.

γ) Συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων ουσιώδους σημασίας για την κοινωνική έννομη συμβίωση.

Εντούτοις στην πραγματικότητα ο ρόλος του ως Δημόσιος λειτουργός,  είναι επιφατικός, ιδεολογηματικός και συνιστά πραγματικά ένα «πουκάμισο αδειανό».

Ουδεμία άσκηση δημόσιας εξουσίας μας ανατέθηκε, ουδέν δικαίωμα παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ουδέν κρατικό προνόμιο αλλά εντούτοις συνεχίζαμε να ομιλούμε περί «Δικηγόρου – Δημόσιου λειτουργού» συγχέοντας κοινωνικές έννοιες με νομικές ρήτρες που έχασαν το περιεχόμενό τους. 

Αποδεχθήκαμε την εκδίωξη μας από τα δικαιοδοτικά και οιονεί δικαιοδοτικά όργανα της πολιτείας και της Διοικήσεως (δικαστήρια, επιτροπές, υπηρεσιακά συμβούλια κλπ.)  

Αποδεχθήκαμε τον πλήρη διαχωρισμό της δικηγορικής πορείας και ανελίξεως με την δικαστική προοπτική και ρόλο. Ανεχθήκαμε δικαστές να παράγονται από κλειστές σχολές θεωρητικού πληθωρισμού και ακοινώνητης νομικής εμπράγματης εμπειρίας.

Δεν επιδιώξαμε την πλήρη απελευθέρωση των νομικών επαγγελμάτων μεταξύ τους και την εξάλειψη των διαχωριστικών γραμμών.

Δεν επιδιώξαμε την επιλογή δικαστών με περιοδικό τρόπο από το σύνολο των νομικών επαρκούς εμπειρίας με συνέπεια η ρόλος του δημόσιου λειτουργού να μην μας ταιριάζει, ούτε στο επίπεδο της δικαστικής εκγυμνάσεως. 

Ανεχθήκαμε την χύδην άσκηση αγοραίων πράξεων από ελάχιστους συναδέλφους χωρίς εξοστρακισμό τους από την συλλογικότητά μας.

Έτσι δεν επέμεινε πλέον τίποτε από τον ρόλο μας ως δημόσιων λειτουργών εκτός ίσως από το ανούσιο πλέον «φθέγμα» του Κώδικα περί Δικηγόρων. 

Ούτως εχόντων των πραγμάτων στα καθ’ημάς, εμφανίσθηκαν στον Ευρωπαϊκό νομικό ορίζοντα, οι νέες αντιλήψεις για τον ρόλο του δικηγόρου, ως υπέρβαση της διχοτομίας του ανάμεσα στο Ηπειρωτικό και το Αγγλοσαξονικό σύστημα με σαφή υποχώρηση του συντεχνιακού Ηπειρωτικού μοντέλου. 

Χωρίς άρθρωση της δικής μας ετερότητας, ταξινομηθήκαμε, άκριτα στις χώρες συντεχνιακής θέσης του Δικηγόρου και πλέον κατέστη επιβεβλημένη η αλλαγή και το άνοιγμα του επαγγέλματος.

Σιγά – σιγά η μορφή ανάπτυξης των Δυτικών κοινωνιών απέκτησε ενιαία χαρακτηριστικά και η οικονομία οικουμενικό χαρακτήρα, κάτι που κατέστησε  πλέον απαραίτητη την υπέρβαση των μορφών εργασίας και οργάνωσης που είχαν ‘ιεροποιηθεί’ από τον προτεσταντισμό. 

Οι παραδοσιακές φόρμες οργάνωσης των κανονιστικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων, αποτελούσαν πλέον εμπόδιο στην ανάπτυξη της οικονομίας μέσα στα πλαίσια του παγκόσμιου καταναγκασμού συμφερόντων. Έτσι θεωρήθηκε πλέον ξεπερασμένο μοντέλο η ύπαρξη κανονιστικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων και η συνάρθρωση επαγγέλματος με χώρο εξουσιαστικής αυτορρύθμισης.

Αυτό οδήγησε σε μια επανεξέταση του ρόλου και της φυσιογνωμίας της δικηγορικής αποστολής, ως ελευθέριου επαγγέλματος  Βεβαίως η γενίκευση και η ένταξη των δικηγόρων στην οικονομική έννοια των ελεύθερων επαγγελματιών και  “ επιχειρήσεων”  είναι ιδιαίτερα προβληματική

Η όλη συζήτηση αναφορικά με την φύση του δικηγορικού λειτουργήματος και την θέση του δικηγόρου στην κοινωνία και το δικαϊκό σύστημα, έχει ως αφετηριακή βάση την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής επιτροπής μέσω δύο εκθέσεων ήτοι:

α) Της οδηγίας για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων (2005)

β) Της οδηγίας «Υπηρεσίες» (bolkestein) 2005-2006

Έτσι λοιπόν όταν στον ενιαίο Ευρωπαϊκό νομικό χώρο, αρθρώθηκε  τρόπος σύλληψης της Δικηγορίας, στον αντίποδα του Ελληνικού τρόπου, μέσω της καθιέρωσης νέων μορφών οργάνωσης του νομικού επιστημονικού πεδίου και μέσω της επαγγελματικής και λειτουργικής εμπραγμάτωσης, οι πυρήνες της κρατικής και συλλογικής εξουσίας αρκέσθηκαν στην ευφραντική παρατήρηση των τεκταινομένων.

Είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή η εκτίμηση ότι:

Ενώ από το 2005 εφάνη η Ευρωπαϊκή προοπτική της Δικηγορίας και αναμένετο νομοθετική προσαρμογή μας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ολοκληρώσεως, ενώ γνωρίζαμε ότι η ενσωμάτωση οδηγιών είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη, εντούτοις δεν φροντίσαμε να θωρακίσουμε την Δικηγορία με πραγματικά καθήκοντα Δημόσιας Υπηρεσίας, προκειμένου να εξαιρεθεί από τις προβλέψεις των ανωτέρω οδηγιών. 

Ενώ μπορούσαμε να προωθήσουμε την θεσμική κατοχύρωση ενιαίου νομικού επαγγέλματος κάτι που θα προσέδιδε (κατά δάνειο τρόπο) συγκεκριμένα χαρακτηριστικά «Δημόσιας Υπηρεσίας» στην Δικηγορία, ενώ μπορούσαμε να  επιμείνουμε στην καθιέρωση της δικηγορικής πράξης (συμφωνητικό με προσυπογραφή δικηγόρου) ως έχουσα ισχύ δημοσίου εγγράφου, ενώ μπορούσαμε να ζητήσουμε όπως η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με συνυπογραφή να ελέγχεται μόνον ως προς το γνήσιο της υπογραφής των δικηγόρων προκειμένου να αποτελεί εκτελεστό τίτλο, ενώ μπορούσαμε να ζητήσουμε την σταδιακή κατάργηση της σχολής δικαστών αλλά και την κατάργηση της ισοβιότητας των δικαστών μέχρι τον βαθμό του Εφέτη με υιοθέτηση  θητείας και επιλογής ανάμεσα σε όλα τα μέλη του νομικού κόσμου, ενώ μπορούσαμε να ζητήσουμε την εκλογή δικαστών από τα μέλη της νομικής συλλογικότητας μετά από σημαντική χρονικά άσκηση της δικηγορίας, ούτως ώστε η δικηγορία να αποτελεί υποχρεωτική δικαστική εκγύμναση και κατά συνέπεια δημόσια αποστολή, εμείς αντί όλων αυτών  αρκούμεθα στην αναμονή του απευκταίου.

Όμως πλέον αυτό που διστακτικά αποφύγαμε να αναλάβουμε ως ευθύνη της συλλογικότητας, από έναν ιδιότυπο φόβο ενηλικίωσης, τώρα είναι αναγκαστική επιβολή «πατρικής» Ευρωπαϊκής νουθεσίας. 

Αν δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε στα πλαίσια του Δυτικού παραδείγματος την δική μας ετερότητα. Αν δεν μπορούμε να αρθρώσουμε λόγο επιστημονικό και ορθολογικό. Ας υιοθετήσουμε μοιραία τον αλλότριο ρόλο του αγοραίου παράγοντα.

ΤΟΤΕ

Ας αποδεχθούμε ότι οι δικηγόροι ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, επομένως, αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 85, 86 και 90 της Συνθήκης (νυν άρθρων 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 86 ΕΚ). 

Ας δεχθούμε τον επαγγελματικό εταιρισμό αφού τούτο συνέχεται με την ως άνω θεώρηση του δικηγορικού επαγγέλματος ως επιχείρηση.

Ας αποδεχθούμε την λεοντική σύγκρουση για τον πιο μεγάλο ευτελισμό των αμοιβών

Ας διατηρήσουμε τους δικηγορικούς Συλλόγους ως ενθυμήματα απωλείας του ρόλου και της ιδιότητάς μας.

Ας πάψουμε να  θωρακίζουμε την διστακτικότητά μας, πίσω από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων που καλούμεθα να τροποποιήσουμε. Ας παραμερίσουμε λίγο την αμβλυωπική της πραγματικότητας ματιά μας και ας αναζητήσουμε, μέσα συγκερασμού και εναρμόνισης, με αυτούς που επιλέξαμε (καλώς η κακώς) να συνυπάρξουμε.

Οι επικλήσεις αποφάσεων  Ανωτάτων Δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί πολύ πριν την δημιουργία των νέων συνθηκών και οδηγιών, στηρίζονται σε διατάξεις που το ευρωπαϊκό κύμα τείνει να σαρώσει και φαντάζουν ως γραφικές ιερομαντείες.

Απ’όσα ανωτέρω εν συντομία εκθέσαμε απορρέει και η θέση μας ότι η αναγκαιότητα για την τροποποίηση του κώδικα περί δικηγόρων προήλθε από την αλλαγή του ρόλου και της φύσης του δικηγορικού λειτουργήματος στα πλαίσια της νέας οικονομίας και του συγκεκριμένου τρόπου της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. 

Η αποδοχή και η ενσωμάτωση οδηγιών, οι ρυθμίσεις που ήδη έχουν θεσμοθετηθεί δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για την καθιέρωση διατάξεων στον Κώδικα περί Δικηγόρων με αντίθετο η ασύμβατο με αυτές περιεχόμενο. Ο νέος ρόλος του δικηγόρου – επιχειρηματία και του δικηγόρου οικονομικού συντελεστή, εκβάλει στον τρόπο θέσμισης του λειτουργήματός μας. 

Ο Δικηγόρος δεν μπορεί πλέον να μετέχει ταυτόχρονα του Δημόσιου και του Ιδιωτικού χώρου. Δεν μπορεί να είναι δημόσιος λειτουργός. Στην καλλίτερη περίπτωση να θεωρηθεί "επαγγελματίας αναγκαίος για την λειτουργία της δικαιοσύνης".

Έτσι εμφανίζεται πλέον ως αδήριτη αναγκαιότητα η τροποποίηση των διατάξεων του κώδικα περί δικηγόρων προκειμένου αφ’ενός μεν αυτός να εναρμονισθεί με τις έσχατες νομικές ρυθμίσεις (δίκαιη δίκη κλπ.) αφετέρου δε προκειμένου να καταστεί συμβατός με την Ευρωπαϊκή οπτική που κατέστη εκουσίως μονόδρομος.

Προκειμένου να γίνουν πράξη τα ανωτέρω απαιτείται άμεσα ουσιαστική ανατροπή όλων των διατάξεων του Κώδικα περί δικηγόρων αφού όπως είναι αυτονόητο, αυτές πρέπει να επανεξετασθούν και όχι να λουστραριστούν: 

Α) Οι διατάξεις για τον τρόπο διορισμού των δικηγόρων (αρθρ. 1-25)

Β) Οι διατάξεις για τα ασυμβίβαστα διορισμού (αρθρ. 26)

Γ) Η διάταξη για την νομική φύση του δικηγόρου (αρθρ. 38)

Δ) Η διάταξη για την παράσταση δικηγόρου (αρθρ. 38 επ.)

Ε) Η καταστάσα προβληματική κατά την τήρησή της, διάταξη του αρθρ. 46 (περί νομιμότητας κλπ. μη ευθέως τρόπου υπερασπίσεως κλπ.)

ΣΤ) Οι διατάξεις για το καθήκον εχεμύθειας – μη υποχρέωση κατάθεσης (αρθρ. 49)

Ζ) Οι διατάξεις για τα ασυμβίβαστα (αρθρ. 62 – 63)

Η) Οι διατάξεις για τα πειθαρχικά (αρθρ. 64-84)

Θ) Οι διατάξεις για τις αμοιβές (αρθρ. 91 – 180)

Αλλά και τα όσα αναφέρονται στους δικηγορικούς συλλόγους.

Η πρόσφατη πρόταση της επιτροπής για το Νέο Κώδικα, κομίζει προτάσεις παντελώς αόριστες και μη συμβιβαζόμενες αφενός μεν με οιαδήποτε πραγματική και ουσιαστική πρόταση για επαναφορά της εμπράγματης δικηγορίας στην σφαίρα του Δημόσιου ενδιαφέροντος, αφετέρου δε με οποιαδήποτε αρθρωμένη προοπτική επιχειρηματικού εκσυγχρονισμού του επαγγέλματος. Επιχειρώντας ‘και τούτο κρατείν και τ’ άλλο μη αφιέναι’, η ανήμπορη ηγεσία διασπείρει σύγχυση και προκαλεί παντελή απαξίωση της Δικηγορίας.

«Δειλοί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θαύμα» !!!

Έτσι λοιπόν βλέπουμε να σαρώνονται όλα από την αστραπή των Βρυξελλών προέχει να σώσουμε ότι μπορούμε 

Να θυμηθούμε τα λόγια του Ελύτη:

«Ότι σώσεις μες την αστραπή, καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»

Γράφει ο Φώτης Κ. Λεπίδας


Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας