Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Πολιτική, νομικά και λογική

Διάσκεψη 11 Μαΐου 2011. Δημοσίευση απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση 30 Μαΐου 2011. Κι έτσι γεννήθηκε η με αριθμό 1620/2011 απόφαση του Στ’ Τμήματος του ΣτΕ.
Η διαφορά ανέκυψε ως προς το ύψος των τόκων που έπρεπε να καταβάλει το Δημόσιο, που τους υπολόγιζε με βάση το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) επιτόκιο 6% κι όχι με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο.
Ζητούμενο αν η επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης και είναι, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα.


Σκεπτικό Δικαστηρίου με λίγα λόγια :
α) το ελληνικό κράτος είναι αξιόπιστο και φερέγγυο διαχρονικά σε αντίθεση με τον ιδιώτη, εξαιτίας του οποίου και της κοινώς γνωστής (από πού άραγε;) εκτεταμένης και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα!!!, φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, με ανείσπρακτα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο να υπερβαίνουν τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που αποτελεί και μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής πρωτοφανούς δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας (;;;;;) (1)
β) η προνομιακή μεταχείριση του Ελληνικού Δημοσίου εξασφαλίζει την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσής του (2)
Μετά από όλα αυτά, είναι συνταγματική η διάκριση, και το ελάχιστο στο οποίο μπορούν να συνεισφέρουν οι απατεώνες έλληνες πολίτες, είναι να πληρώνουν οι ίδιοι μεγαλύτερο επιτόκιο ενώ το κράτος μικρότερο.
Και παραπέμπει στην Ολομέλεια.
Μετά, λοιπόν, από αυτήν την πολιτικοοικονομική ανάλυση, που προφανώς βασίστηκε σε πληροφορίες μεταδιδόμενες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εξέδωσε το ΣτΕ μία απόφαση, την οποία αδυνατώ να την σχολιάσω με τα ταπεινά μου νομικά.
Να επιχειρήσω με την εναπομείνασα λογική μου να υποβάλω μόνο ερωτήματα.
Αυτό που εξέδωσε το ΣτΕ έχει τα χαρακτηριστικά δικαστικής απόφασης. Είναι όμως; Διαπνέεται από κυβερνητική παντοδυναμία μήπως για διάχυση συγκεκριμένων απόψεων; Επικαλείται στοιχεία, που δεν υπάρχουν, και γι αυτό άλλωστε δεν παραπέμπει σε αυτά και τα βαφτίζει «κοινώς γνωστά». 
Γιατί στιγματίζονται όλοι οι ιδιώτες ως αφερέγγυοι και αναξιόπιστοι; Και με αυτό, ως δεδομένο, τι τους πρέπει; Ξεκινάει τον συλλογισμό του ένα δικαστήριο, έχοντας ως απόλυτη αλήθεια την πλήρη ενοχή όλων των ελλήνων πολιτών που θα επιχειρήσουν συναλλαγή με το Ελληνικό Δημόσιο.
Γιατί κάνει δουλειές με αυτούς το κράτος; Αυτό το φερέγγυο κράτος πώς επιτρέπει να υπάρχει φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή; Ποιοι είναι αυτοί που φοροδιαφεύγουν και εισφοροδιαφεύγουν; 
Αναρωτήθηκε το δικαστήριο, που εντόπισε την αναξιοπιστία των ελλήνων ιδιωτών, και προσδιόρισε και το ύψος της, μήπως τελικά δεν υπάρχει κράτος; Και σε ποιες μελέτες και στατιστικές βασίστηκαν οι Σύμβουλοι για να διαπιστώσουν την πρωτοφανή διάσταση και έκταση, για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα μάλιστα, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή; Ένα ελληνικό ανώτατο δικαστήριο στιγματίζει έναν ολόκληρο λαό ως κοινό απατεώνα συγκρίνοντάς τον με τους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης. Ποια τύχη λοιπόν του αξίζει αυτού του λαού; 
Προχωράει και παρακάτω ο συλλογισμός. Ανακάλυψε και τα αίτια της κρίσης. Ναι, αυτοί οι απατεώνες οι έλληνες πολίτες ευθύνονται για τα χάλια της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας!!!!! Το χρέος, το έλλειμμα, όλες οι δυσλειτουργίες αλλά και οι ανύπαρκτες λειτουργίες του κράτους οφείλονται στο απλούστατο γεγονός της μη καταβολής των φόρων. Το διαπίστωσε το ΣτΕ, έκανε την υπαγωγή στον νομικό κανόνα  και ιδού η δικαστική απόφαση. 
Πού τα βρήκατε αυτά τα πραγματικά περιστατικά; Πώς αποδείχθηκαν ως αληθή; 
Αυτό, το ίδιο το φερέγγυο και αξιόπιστο κράτος, κατάφερε, με όλη του την αξιοπιστία, να φτάσει το δημόσιο χρέος και το δημόσιο έλλειμμα, σε πρωτοφανή επίπεδα. Πού είναι ο παραλογισμός; Μα πουθενά….τί πιο λογικό να είσαι φερέγγυος και αξιόπιστος, να τα κάνεις όλα όπως πρέπει, εξοπλισμένος με όλη την εξουσία και τα προνόμια, και να καταφέρνεις να το «κλείνεις» το μαγαζί, να έχεις καταρρεύσει… Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της αξιοπιστίας, άλλο μπορεί να είναι;
Και της δημόσιας κριτικής δεν εξαιρούνται οι δικαστικές αποφάσεις, καμμία εξουσία δεν εξαιρείται.
Πρόκειται για ένα μνημείο δικαστικής απόφασης που η δικανική του σκέψη είναι τουλάχιστον άστοχη, αφού επικαλείται ρητορείες πολιτικές κι όχι αποδεδειγμένα πραγματικά στοιχεία. 

Γράφει η δικηγόρος Αγγελική Χάψα


(1)Επειδή, ο τόκος δεν αποτελεί μόνον το παρεχόμενο στο δανειστή αντάλλαγμα για τη χρήση από τον οφειλέτη του κεφαλαίου του χρέους (συναρτώμενος, μεταξύ άλλων, και από τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας και το χρόνο αποπληρωμής), αλλά καλύπτει, εξυπηρετώντας την ασφάλεια των συναλλαγών, και τον κίνδυνο, που διατρέχει ο δανειστής, της μη αποπληρωμής της οφειλής. Μέρος, δηλαδή, του τόκου ενσωματώνει αξία αντίστοιχη προς τον εν λόγω κίνδυνο. Ως εκ τούτου, το ύψος του τόκου ευλόγως διαμορφώνεται ανάλογα και προς τον κίνδυνο της ενδεχόμενης αδυναμίας καταβολής του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού και συνεπώς, δικαιολογημένα το ύψος του τόκου διαφοροποιείται ανάλογα με τη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του οφειλέτη. Το ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες. Πράγματι, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί μεν, λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή των οφειλών του, αλλά πάντως αποδίδει, μεταπολεμικά και έως σήμερα, τα χρέη του, καταβάλλοντας και τους οφειλόμενους τόκους. Η τελευταία φορά που το ελληνικό Κράτος περιήλθε σε κατάσταση παύσης πληρωμών ανάγεται στο έτος 1932. Αντιθέτως, είναι κοινώς γνωστή, η εκτεταμένη και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, τα δε ανείσπρακτα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο ανέρχονται σε τεράστιο ποσό, που υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ. Άλλωστε, μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής πρωτοφανούς δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας είναι η μη καταβολή προς το Δημόσιο βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων οφειλών των ιδιωτών. Τέλος, οι ιδιώτες οφειλέτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεν έχουν βεβαίως τη συνέχεια και διάρκεια ενός κράτους οφειλέτη. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι ο κίνδυνος, τον οποίο διαχρονικά διατρέχει το Δημόσιο ως δανειστής, όσον αφορά την καταβολή των προς αυτό οφειλών των ιδιωτών, είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι ιδιώτες δανειστές του. Κατά συνέπεια, η διαφοροποίηση του τόκου, νόμιμου ή υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, είναι, χωρίς αμφιβολία, κατ' αρχήν, δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε το δικαίωμα στην περιουσία που κατοχυρώνει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης, εν προκειμένω, σχέσης των επιτοκίων (6% αφ' ενός και 8,75 έως 12,25% αφ' ετέρου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 3).
(2) η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους, όπως είναι γνωστό, έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. Τα πρώτα άμεσα μέτρα, για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, έλαβε ο νομοθέτης με το ν.3833/2010 " Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ A' 40/15.3.2010). Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς την άμεση και επιτακτική ανάγκη να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του 2009/415/ΕΚ, 2010/291/ΕΕ, 2010/190/ΕΕ και 2010/182/ΕΕ διαπίστωσε την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα και απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση για τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσής του. Ήδη, όμως, από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης (αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ, 2005/441/ΕΚ του Συμβουλίου). Με την ψήφιση του ν.3845/2010 " Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Α΄65/2010) εφαρμόζεται πρόγραμμα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος, να διασφαλισθεί η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αποφυγή της παύσης των πληρωμών του Κράτους, δηλαδή η αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, με μακροχρόνιες, άκρως δυσμενείς, όχι μόνον οικονομικές και κοινωνικές, αλλά ενδεχομένως και εθνικές επιπτώσεις (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν.3845/2010 και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό Παραρτήματα). Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης. Επομένως, η διαφοροποίηση, μεταξύ του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, από την επίμαχη διαφοροποίηση, με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, των επιτοκίων δεν προκαλείται παραβίαση ούτε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων.

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας