Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Η ιθύνουσα τάξη ή Πολυτεχνείο 1973


( Το  tank  εισβάλει…)

Ήταν μια μέρα του Νοεμβρίου σαν τις προηγούμενες. Στο Πολυτεχνείο οι φοιτητές έγκλειστοι. Στους γύρω δρόμους το στρατιωτικό καθεστώς πολιορκητής. Κόσμος περίεργος, επαναστατημένος, περαστικός, ανήσυχος. Τα τρόλεϊ και τα αυτοκίνητα αργά ανεβοκατέβαιναν την Πατησίων ρίχνοντας φοβισμένες ματιές στα μακριά μαλλιά της νεολαίας και στα καπέλα των αστυνομικών. Πήρε να νυχτώσει. Μαζύ τέσσερις φίλοι πήγαμε στο Πολυτεχνείο για να δούμε και να αποφασίσουμε για τα περαιτέρω. Θα κάναμε το βήμα; Θα ακούγαμε το γριτς του πορτονιού να ανοίγει και να μπούμε μέσα ή να μείνουμε απέξω. Χρειάζονταν παλικαριά να μπεις. Χρειάζονταν παλικαριά να μείνεις απέξω. Μια αστυνομία φοβισμένη. Αστυνομικοί να κοιτάζουν τον κόσμο και να λες αυτοί κοντεύουν να τα κάνουν απάνω τους, αν από αυτούς περιμένουν οι δικτάτορες… Η νεολαία αποφασισμένη.
-Ένα .ένα. τέσσερα. Ψωμί. Παιδεία. Ελευθερία.

Μια χαψά φαίνονταν όλο το καθεστώς. Και να βαράνε τα μεγάφωνα το μαυρισμένο Τσουκάλι. Και να ακούγεται τελάλης της Ελευθερίας ο Ξυλούρης.

-Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα Φλεβαρίσει….

Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Εκείνη η περίεργη γυναικεία νεανική φωνή στα μεγάφωνα. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου.

-Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο. Ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών. Ο σταθμός των Ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!!!

-Ψωμί. Παιδεία. Ελευθερία.

-Ένα, ένα, τέσσερα.

Το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Κοιτάξαμε τα μάτια των αστυνομικών. Ο φόβος μεγάλωνε. Οι αξιωματικοί πέρα δώθε δίνανε διαταγές. Οι αστυνομικοί φοβόντανε πλιότερο. Κοιτάζανε τον κόσμο, κοιτάζανε δίπλα τους, σφίγγονταν ο ένας απάνω στον άλλο. Κοπάδι γκρίζο καπελωμένο με το εθνόσημο της χούντας. Δειλό. Φοβισμένο. Που και που ανάμεσα τους λίγα γεννημένα εγκληματικά στοιχεία ντυμένα με τα ρούχα του αστυνομικού οσφραίνονταν το αίμα και αναθάρρευαν.

Και οι έγκλειστοι φοιτητές απέναντι αγέρωχοι με την τόλμη των νιάτων τους και έλλειψη της πείρας που κάνει τους ανθρώπους να δρασκελούν τον φόβο και να πλησιάζουν το θάνατο μούτρο με μούτρο να τον αντιπαλέψουν με το μαχαίρι στο χέρι.

-Απόψε θα γίνει της πουτάνας ,είπα στους φίλους μου.

-Τι κάνουμε;

-Να μπούμε μέσα, είπε ο νεώτερος. Πάω να δω.

-Πήγαινε.

Εμείς σταθήκαμε από την κάτω μεριά Πατησίων και Τοσίτσα γωνία. Στην στοά και περιμέναμε.

Πέρασε λίγη ώρα και ήρθε ο φίλος μας. Μας κοίταξε συνωμοτικά και μας είπε:

-Το πορτόνι είναι κλειστό. Γίνεται απόλυτος έλεγχος. Δεν αφήνουν κανένα να περάσει.

Σιωπήσαμε για λίγη ώρα. Κοιταχτήκαμε μάτι με μάτι.

Περιμένουμε. Βλέπουμε. Αποφασίζουμε. 
Σε αυτό καταλήξαμε.  

Πέρασε λίγη ώρα ο μεγαλύτερος από μας φοιτητής της νομικής έφυγε κατά τα Εξάρχεια. Ο μικρός φοιτητής του Πολυτεχνείου μπήκε μέσα απ' τα κάγκελα. Μείναμε δυο. Ο Φοιτητής της φυσικομαθηματικής και εγώ.

-Πάμε μου είπε.

-Πού;

-Να φύγουμε.

-Λές;

-Πάμε σου λέω. Το τομάρι μου το θέλω.

-Πάμε. Ήρωας; Να λείπει το βύσσινο. Δεν χρειάζεται να πεθάνουμε στάμπα!!

Πιάσαμε την Τρίτης Σεπτεμβρίου και τραβήξαμε κατά την Αθηνάς. Μοναστηράκι. Ακρόπολη. Περιφερειακό. Ηρώδου του Αττικού. Περιφερειακό Φιλοπάππου, Ζίνη. Εκεί χωρίσαμε. Αυτός πήγε κατά τον Νέο Κόσμο και εγώ Πλατεία Κουκακίου. Σπίτια μας.

Έγινε το Μακελειό. Οι δυο είμαστε απόντες. Οι δυο ήταν εκεί. Ο φοιτητής της νομικής έξω απ΄ το πολυτεχνείο τα πέρασε καλά. Βρήκε μια αρχιτεκτόνισσα την ερωτεύτηκε στο πιτς φυτίλι και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Ο φοιτητής του Πολυτεχνείου έμεινε μέσα και γλύτωσε από κάποιους φαντάρους που είχαν αδέλφια φοιτητές και έκαναν τα στραβά μάτια. Ο Φοιτητής της φυσικομαθηματικής πήγε σπίτι και κοιμήθηκε και εγώ με το ραδιόφωνο στο αυτί μέχρι το πρωί.



(Η ταράτσα της Νομικής… μια γενιά…) 

Τα χρόνια περάσανε. Ο φοιτητής της Νομικής κατέβηκε υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ σε δυο αναμετρήσεις και παραλίγο να γίνει βουλευτής. Βολεύτηκε αργότερα σε κυβερνητικές θέσεις και καλοπέρασε.

Ο φοιτητής του Πολυτεχνείου έγινε πλούσιος εργολάβος δημοσίων έργων ειδικευμένος σε ειδικές κατασκευές. Έφαγε τον άμπακο.

Ο φοιτητής της φυσικομαθηματικής έφτασε μέχρι και το βαθμό του Λυκειάρχη περνώντας μια υπαλληλική ζωή ανεύθυνη και χαρισάμενη.

Και εγώ εδώ ακόμα με ένα πελώριο ερώτημα άλυτο: Ο συλλογισμός μου ήταν ορθός; Μήπως έκανα λάθος; Αξίζει να χαραμίσεις την ζωή σου ενώ γνωρίζεις ότι οι μέσα ζητούν να σε κυβερνήσουν αντικαθιστώντας τους απέξω; Το πρόβλημα είναι ο μάγειρας ή το φαΐ που βράζει η κατσαρόλα; Τι κάνεις σε τέτοιες στιγμές; Φεύγεις; Κάθεσαι; Γίνεσαι κορόιδο της τράπουλας ή χασκογελάς με την ψυχή σου γνωρίζοντας που πάνε τα πράγματα; Δεν ξέρω. Δεν πήρα απάντηση ποτέ. Εκείνο που είδα ευθύς εξ αρχής είναι πώς η Παλιά Ιθύνουσα Τάξη θυσιάζονταν και η Νέα, εκείνο το βράδυ, γεννιούνταν, εν μια νυκτί, παρουσία τόσων αθώων θυμάτων… … … 



(μεταξύ αυτών η περίεργη γυναικεία νεανική φωνή !!!)

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας