Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Βάση ανακοπής για παράνομο ανατοκισμό (αρ 12. Ν.2601/1998)


Λίγο πριν σας ευχηθώ καλές διακοπές και βλέποντας ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής είναι ένα θέμα το οποίο απασχολεί πολλούς συναδέλφους και πολίτες, ανεβάζω μια βάση ανακοπής που μόλις έγραψα, σχετικά με ανατοκισμό αλληλόχρεου λογαριασμού σε μικρότερα του εξαμήνου χρονικά διαστήματα (εν προκειμένω γινόταν ανατοκισμός ανά τρίμηνο).


Επειδή πρέπει να αποδίδονται τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, επισημαίνω ότι τα αναφερόμενα σε αυτή τη βάση δεν είναι προϊόντα της δικής μου σκέψης αλλά περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο του Σπ. Ψυχομάνη, "Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων", Τεύχος Ι, έκδοση ΣΤ, 2008, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 329, σημ 820-834.
Όπως και στο υπόδειγμα της ανακοπής μου, έτσι και σε αυτή τη βάση, μετά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απομένει η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της κάθε υπόθεσης στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, εργασία που επαφίεται σε κάθε συνάδελφο, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει παρεμφερές ζήτημα.

Ακολουθεί το κείμενο:

* * * * * * * * * * *

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, του άρθρου 12 του Ν.2601/1998 «1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ`ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ.»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ο ανατοκισμός σε νέες, μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου, καταρτιζόμενες τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις μπορεί πλέον να γίνεται ανά εξάμηνο και άνω, υπό δύο προϋποθέσεις. Αφενός μεν, ο ανατοκισμός και τα διαστήματά του πρέπει να έχουν συμφωνηθεί. Αφετέρου δε, η εν λόγω συμφωνία να προβλέπει διαστήματα ανατοκισμού ή ίσα ή μεγαλύτερο του εξαμήνου. Αν δεν υπάρχει συμφωνία, ισχύουν οι γενικές περί ανατοκισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ (παρ. 1 άρθρου 12). Αν η συμφωνία του ανατοκισμού προβλέπει διαστήματα μικρότερα του εξαμήνου, θα πάσχει από ακυρότητα (ΑΚ 174), η οποία, πάντως, θα περιορίζεται στο υπερβάλλον, με αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 294. Κατά τα λοιπά, ο ανατοκισμός αφορά, ασφαλώς, τους οφειλόμενος στα πιστωτικά ιδρύματα τόκους σε καθυστέρηση και μπορεί να αρχίσει από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης[1], είτε αυτή προσδιορίζεται ρητά, είτε προκύπτει από προηγηθείσα όχληση.

Ο ανατοκισμός, σε περιπτώσεις πιστωτικών συμβάσεων, που συνοδεύονται από συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, γίνεται αυτοδικαίως ανά εξάμηνο, αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ. Τα μέρη, όμως, μπορούν να συμφωνήσουν ανατοκισμό και, κατ' ακολουθία, περιοδικά κλεισίματα του λογαριασμού για το λόγο αυτό, σε μεγαλύτερα του εξαμήνου χρονικά διαστήματα. Στο σημείο ακριβώς αυτό επέρχεται τροποποίηση της ΕισΝΑΚ 112, που προβλέπει δυνατότητα συμφωνίας, ακόμα, και τριμήνου ανατοκισμού.

Ομοίως, εξάμηνος ανατοκισμός ή ανατοκισμός μεγαλύτερο του εξαμήνου χρονικά διαστήματα μπορεί πλέον να συμφωνείται και για το οριστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, όπου δεν ισχύει ο αυτοδικαίως εξάμηνος ανατοκισμός της 112 ΕισΝ ΑΚ (βλ. παρ 1, εδ 1, περίπτωση 2 και εδ. 2 άρθρου 12[2]).

Σε περιπτώσεις, όμως, πιστωτικών συμβάσεων, που συνδέονται με απλούς τρέχοντες εν στενή έννοια ή ανοικτούς λογαριασμούς, όπου δεν παρατηρείται αμοιβαιότητα απαιτήσεων, έστω και αν αυτή χαρακτηρίζονται, καταχρηστικά, ως «αλληλόχρεοι», δημιουργείται το εξής πρόβλημα. Ως έχοντες, καταρχήν, τη λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας, δεν δημιουργούν «καθυστερούμενους» τόκους, αφού η του κειμένου στο λογαριασμό χάνοντας την αυτοτέλειά τους, καθιστάμενη μη απαιτητά κονδύλια, αποκλείοντας, κατά συνέπεια , οποιαδήποτε «καθυστέρηση». Συνεπώς, ο ανατοκισμός φαίνεται να απαγορεύεται, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών, τόσο κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του νόμου 2601/1998, αφού δεν υφίσταται η προϋπόθεση των τόκων «σε καθυστέρηση», όσο και κατά την ΕισΝΑΚ 112, αφού δεν πληρούται, επίσης, ο όρος της αμοιβαιότητας.

Εν πάση περιπτώσει, ο καθιερωθείς, ως άνω, και στις πιστώσεις συμβατικός ανατοκισμός, βρίσκονται στην δικαιολογητική - κατά το νομοθέτη - βάση του στον αντίστοιχο ανατοκισμό των καταθέσεων, δεν μπορεί να οδηγεί σε καταχρηστικές πρακτικές και άδικα αποτελέσματα. Δεν μπορεί, ιδίως, να χρησιμοποιείται προς κάλυψη των ευθυνών και ζημιών μιας τράπεζας από αλόγιστες διοχετεύσεις των καταθέσεων σε ασύμφορες και καταδικασμένες σε αποτυχία χρηματοδοτήσεις, ώστε από την υπερβολική, μέσω των ανατοκισμών, διόγκωση των προς αυτήν χρεών να επιτυγχάνεται η ολοκληρωτική και διαρκής αχρήστευση των ατυχών δανειοληπτών. Η κοινωνική ευθύνη, η αποδοτική λειτουργική προσφορά των τραπεζών στο σύστημα, που τις έχει ανάγκη και τις ανέχεται, συνίσταται στον ορθολογικού συνδυασμό καταθέσεων και ασφαλών, πρόσφορων να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ίδιου του πιστολήπτη και της εθνικής οικονομίας, πιστοδοτήσεων. Η εκμηδένιση, αντίθετα, του κατάλληλα επιλεγμένου, ατυχήσαντα, όμως, δανειολήπτη, αλλά και κάθε δανειολήπτη των ελεύθερων, αλλά κακών επιλογών των τραπεζών, δεν ανήκει στον κοινωνικό και οικονομικό τους ρόλο. Για το λόγο αυτό, ο έλλογος περιορισμός της έκτασης του χρέους από τόκους και ανατοκισμούς επιβάλλεται ήδη από τις ΑΚ 281 και 178 - 179. Επιβάλλεται, όμως, ειδικότερα, και από τις διατάξεις του άρθρου 30 Ν. 2789/2000[3], όπως τροποποιήθηκαν, τελικά, από το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004[4], οι οποίες δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση της τελικής οφειλής σε ύψος μεγαλύτερο του τριπλασίου του αρχικού κεφαλαίου.

ΥΠΑΓΩΓΗ: ...

[1] Βλ. ΠΠρΚαβ 74/1999, ΔΕΕ 2000, σελ. 175 επ. 

[2] Βλ. και ΑΠ 1619/2000, ΕλλΔνη 42, σελ. 744 επ, ΕφΑθ. 5814/2006, ΔΕΕ 2007, σελ. 70 επ, Π. Μάζη, Τραπεζικός ανοιχτός λογαριασμός … (Γνωμοδότηση), ΕΕμπΔ 2006, σελ. 197 επ. 

[3] Βλ και Μούργελα, Ανατοκισμός-Ρύθμιση παλαιών οφειλών, Δελτίο ΕΕΤ 2002, σελ. 72 επ. 

[4] Βλ σχετικά και Κ. Παμπούκη, κατάλοιπα του τραπεζικού ανατοκισμού εν υπερημερία – Συζήτηση με 6 αποφάσεις Μονομελών Πρωτοδικείων (τις ΜΠρΡοδ. 23/2006, ΜΠρΑθ. 4519/2006, 247/2006, 384/2007, 615/2007, 1022/2007, 8288/2007, που έχουν δημοσιευθεί στην ΕπισκΕΔ 2007, σελ. 589 επ, 639επ, 641 επ, 644 επ, 646 επ, 648 επ και 650 επ.) ΕπισκΕΔ 2007, σελ. 632 επ.

Γράφει ο Μάριος Μαρινάκος στο De iure

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας