Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Υποκρισία: Η τέχνη του χυδαίου


Ένα σύνολο ανθρώπων αναπτύσσει οργανωμένα μοντέλα σχέσεων, όταν αλληλεπιδρούν διαρκώς τα μέλη του. Αυτή η συνύπαρξη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο είναι συνεργατική και αυτός είναι ο ορισμός της κοινωνίας.

Ως εδώ φαίνονται όλα ωραία, στην ουσία όμως η συνεργατική συνύπαρξη είναι ο μανδύας των πραγματικών ενδιαφερόντων, σκοπών και μηχανισμών υποκίνησης των μελών της κοινωνίας. Στο βαθμό που η κοινωνία στρέφεται προς την ιδιωτεία, επικρατεί το λεγόμενο φαινόμενο του κοινωνικού δαρβινισμού. Εν περιλήψει, πρέπει να επικρατήσει στις ανταγωνιστικές σχέσεις ο «καλύτερος», ως επί τω πλείστω με κάθε αθέμιτο μέσο. Κάπως έτσι χτίζεται η προσωπικότητα των ανθρώπων από τις προσλαμβάνουσες της κοινωνίας.

Επιτομή της ιδιωτείας είναι η υποκρισία. Αυτή όμως είναι ένα ασφαλές μέσο, μόνο στα χέρια ευφυών ανθρώπων αφού αποτελεί το απόλυτο εργαλείο χειραγώγησης των σχέσεων. Στα χέρια αφελών είναι ικανό να τους εκμηδενίσει μέσα σε μια ανταγωνιστική σχέση. Η πυραμίδα του Maslow αλλά και των μεταγενέστερων αυτού θεωριών, έχουν ως κεντρική ιδέα ότι οι διάφορες ανάγκες κάθε ατόμου, εν δυνάμει αποτελούν και παράγοντες υποκίνησης. Στην σύγχρονη κοινωνία το μοντέλο αναγκών προσπέρασε γρήγορα τις βιολογικές ανάγκες και έχει κάνει ένα άλμα κυνηγώντας το κύρος και την αυτοπραγμάτωση. Έχει φθάσει δε στο σημείο, να αδιαφορεί για τις βασικές βιολογικές του ανάγκες, αρκεί το φαίνεσθαι να τον ανεβάσει στα επίπεδα της ταξικής κοινωνίας. Το φαίνεσθαι όμως, χωρίς υποκρισία δεν υφίσταται, έχει σχέση αμφίδρομη μαζί της και δεν μπορεί να σταθεί χωρίς αυτήν.

Πολλές φορές ηχούν στα αυτιά μας τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη «…Τα τελευταία τούτα χρόνια στον τόπο αυτό ειπώθηκαν τα χειρότερα ψέματα της Ιστορίας. Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια, μια και δεν ντρέπονταν τα στόματα που τα 'λεγαν....» (Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο). Απόδειξη λοιπόν είναι ότι το κοινωνικό σύνολο θεωρεί σήμερα ως δεδομένα, συνήθη και μη κατακριτέα,  τα «κατά συνθήκη» ψεύδη, τα οποία πολλές φορές αποκαλεί ως «αθώα ψέματα!», για ν’ αποκτήσει άλλοθι και ν’ απενοχοποιήσει τις πράξεις του. Με αυτό τον τρόπο φαντάζει το τίποτα, χρυσάφι... είναι τέτοιος ο βαθμός εξάρτησης με την υποκρισία, που φθάνουν στο σημείο τα μέλη της κοινωνίας ν’ αλληλοκατηγορούνται ως «Φαρισαίοι», αποκρύπτοντας την δική τους υποκρισία.

Στην αρχή της καριέρας μου είχα την τύχη να συνεργαστώ με ένα υπερήλικα διευθυντή, του οποίου το απόσταγμα της υποκριτικής ικανότητας ήταν μοναδικό! Αν και 75 ετών, είχε καταφέρει να παίζει στα δάκτυλα, από την εργοδοσία μέχρι και τον τελευταίο στη σειρά συνεργάτη και να τους πείθει ότι το μαύρο είναι άσπρο… σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινα το «δεξί» του χέρι, ανεβαίνοντας την ιεραρχία αλματωδώς, ακριβώς επειδή κατάφερα ν’ αποδομήσω την υποκριτική του ικανότητα, ακριβώς επειδή το αναγνώρισε έγκαιρα ως ευφυής άνθρωπος που ήταν. Όταν τον είχα αποκωδικοποιήσει στο πρώτο 3μηνο, μου είχε πει χαρακτηριστικά ότι «…δεν έχει ξανασυμβεί με άλλο συνεργάτη αυτό στα 52 συναπτά έτη εργασίας μου. Για το λόγο αυτό, από σήμερα κρατάς τα κλειδιά της εταιρείας και αν κλείσει ποτέ θα είσαι αυτός που θα βάλει το λουκέτο». Η απάντηση μου ήταν αλαζονική, ορμώμενος και του νεαρού της ηλικίας τότε: «κάθε υποκριτής χρειάζεται ένα σκηνοθέτη που θα τον αναδείξει… και εμένα αυτός είναι ο ρόλος μου… σε σκηνοθετώ». Γέλασε ηχηρά και έκτοτε τρώγαμε τα «μουστάκια» μας σε καθημερινή βάση, αφού προσπαθούσε έστω και μία φορά με την τέχνη του χυδαίου να με φέρει βόλτα.

Από τότε πέρασαν πολλά χρονιά, όπως και πολλοί συνεργάτες από τα χέρια μου. Η υπομονή ήταν ο καταλύτης με κάθε υποκριτικό άνθρωπο που συναναστρεφόμουν. Ήρεμη δύναμη, σταθερή, τον απομυθοποιούσα νυχθημερόν, και την κατάλληλη στιγμή κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος. Σκηνοθετούσα τον ρόλο του, τον απελευθέρωνα από τις τύψεις, τις ενοχές και αισθάνονταν πάντα ασφαλής ότι έχει το πάνω χέρι και ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη. Η αχίλλειος πτέρνα ενός υποκριτή είναι ότι υποτιμά την νοημοσύνη των ανθρώπων με τους οποίους συνδιαλέγεται. Με την πάροδο του χρόνου όμως, ψέμα στο ψέμα, ο υποκριτής έχει φθάσει σε ένα αδιέξοδο και η μόνη του λύση πια, είναι να βουτήξει στο κενό.

Αυτό που θα πρέπει να αντιληφθούμε εδώ, είναι ότι εγώ δεν είχα κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες για να αντιληφθώ τους υποκριτές, αλλά το ότι όταν αναγνώριζα τον υποκριτή, τον έβαζα στην θέση του, στο περιθώριο. Η ανοχή μας, δίνει χώρο στην υποκρισία και με την σειρά της αυτή διασπείρεται με γεωμετρική πρόοδο. Στην πολιτική, στα επαγγελματικά, στα προσωπικά κοκ όποιος δεν έχει το σθένος να απομονώσει τον υποκριτή, χωρίς να υπολογίσει το κόστος, τότε αυτομάτως γίνεται συνένοχος… τότε τον θέλγει το ενδεχόμενο ότι μπορεί κάποια στιγμή να πάρει την θέση του υποκριτή και ακολουθεί τον ίδιο κατήφορο.

Εν κατακλείδι, δεν χρειάζεται να έχουμε ιδιαίτερες ικανότητες για να τον συνθλίψουμε, είναι μάταιο, αλυσιτελές, ατέρμονο. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα… απομυθοποίηση.


ΑΚ

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας