Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

«ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ» ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Μερικές σκέψεις...

Σύνθημα της ΧΑ στη διαδρομή Διακοφτό-Καλάβρυτα.
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη Θεωρία των άκρων, το συνταγματικό τόξο κλπ. Η μονότονα επαναλαμβανόμενη ρητορεία για τα "άκρα", αγαπημένο θέμα της κυβέρνησης πριν αλλά και μετά τα γεγονότα με τη δολοφονία του Π. Φύσσα, δεν είναι βέβαια δική της εφεύρεση. Είναι εφαρμογή της "γραμμής" που εκπορεύεται από την ΕΕ εδώ και χρόνια, την σκόπιμη ταύτιση της φασισμού/κομμουνισμού, την προσπάθεια επιβολής ταυτόχρονης απαγόρευσης ή μέτρων περιορισμού και για τα δύο.

Πέραν από την συμβολή της ΕΕ στην έμμεση νομιμοποίηση του ναζισμού ως "αντισυστημική δύναμη" (αφού οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την κομμουνιστική ιδεολογία ως επαναστατική θεωρεία, η ταύτιση ναζισμού/κομμουνισμού, δημιουργεί θετική προδιάθεση στα απολιτίκ λαϊκά στρώματα περί της "ριζοσπαστικότητας" του φασισμού), αποτελεί άμεση απειλή για το εργατικό/επαναστατικό κίνημα, καθότι κάτω από την ομπρέλα του "ολοκληρωτισμού", μα κυρίως με τη δικαιολογία των «άκρων» επιχειρείται η συμπίεση των δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς, της απομόνωσής της, της περιθωριοποίησής της στην κοινωνία, της επιβολής και νομικών περιορισμών και αλλά και της κατασυκοφάντησης της τεράστιας ιστορικής κληρονομιάς ολόκληρου του επαναστατικού κινήματος και της προσφοράς της εργατικής τάξης στην κοινωνική πρόοδο.
Δυστυχώς στο παραπάνω, η συμβολή και δυνάμεων της αριστεράς σε αυτή την ιδεολογική επιχείρηση ήταν μεγάλη: από δυνάμεις  του τροτσκισμού, αναρχοαυτόνομους και σοσιαλδημοκράτες, όπου με περισσή ευκολία και από χρόνια, χρησιμοποιούν την έννοια του "ολοκληρωτισμού" ως σήμερα απέναντι και στον σοσιαλισμό της ΕΣΣΔ ή αλλού, δίνοντας έμμεση βοήθεια στην προσπάθεια της ΕΕ.

Η "θεωρία των άκρων" λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί ως απότοκος του παραπάνω περιβάλλοντος. Στην περίπτωσή μας, η αξιοποίησή της μετά την δολοφονία του Π. Φύσσα γίνεται σκόπιμα, προκειμένου να συντηρητικοποιήσει περισσότερο την κοινή γνώμη, να εμφανίσει την κυβέρνηση ως τον σωτήρα από τις δυνάμεις «αποσταθεροποίησης» από δεξιά και αριστερά, να ενισχύσει το νομικό οπλοστάσιο εν όψει ενδεχόμενης ανόδου του λαϊκού κινήματος. Μάλιστα, όλα τα παραπάνω είναι σχεδόν εμφανή και αυτονόητα σε τέτοιο βαθμό, που έσπευσαν όλα τα κόμματα της αριστεράς να καταδικάσουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό τη "θεωρία των άκρων" ως αντιδραστική, συντηρητική και επιζήμια θεωρία.

Στην πράξη όμως και πέρα από τη φραστική καταδίκη, δεν συμβαίνει αυτό ακριβώς...
Ο Σύριζα, σκόπιμα αξιοποιεί τα γεγονότα, προσπαθώντας να αναδείξει το δίπολο Σύριζα από τη μια ενάντια σε ΝΔ και χρυσή Αυγή. Υπαινίσσεται με τρόπο τους δεσμούς της ΝΔ με το φασισμό, την «συγγένεια» τους προσπαθώντας να εμφανιστεί το "προοδευτικό" άκρο κόντρα στο «αντιδραστικό», να καρπωθεί πολιτικά οφέλη. Να συμπιέσει κυρίως τις δυνάμεις της υπόλοιπης αριστεράς επαναφέροντας τον ακροδεξιό «μπαμπούλα», ώστε να εκμεταλλευτεί τα αντιδεξιά αντανακλαστικά σημαντικής μερίδας κόσμου που αποδεσμεύτηκε από το «κέντρο» και κύρια το ΠΑΣΟΚ τα προηγούμενα χρόνια.
Το ΚΚΕ, αρνείται τη θεωρία των άκρων και μάλιστα έχει από χρόνια αναλύσει σωστά τις καταβολές της, την επικινδυνότητά της. Στην πράξη και μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις, δείχνει να αντιδρά σπασμωδικά, αντιπαρατάσσοντας την πολιτική γραμμή του, η οποία περίπου αντιπαραβάλλει στον φασισμό, τον αντίπαλο πόλο, το "ταξικό εργατικό κίνημα" το οποίο «θα τον τσακίσει». Ο φασισμός εξάλλου, «είναι γέννημα του ίδιου του καπιταλισμού», ως εκ τούτου η όλη αντιμετώπιση, πρέπει να πατάει πάνω στον αντικαπιταλισμό. Στην ουσία ήδη έχει αποδεχτεί ότι η υπόθεση «Θεωρία των άκρων» είναι υπόθεση που αφορά το φασισμό από τη μία και το ταξικό κίνημα από την άλλη. Αντικειμενικά λοιπόν, έχει ήδη υπαχθεί στη βασική στρατηγική επιδίωξη της θεωρίας: το να παρουσιάσει το ζήτημα «φασισμός» ως ζήτημα που αφορά αποκλειστικά «πολιτικές μειονότητες» οι οποίες κινούνται «στο άκρο» του πολιτικού φάσματος.
Η ανταρσύα και το ΝΑΡ, επίσης καταγγέλλουν τη θεωρία των άκρων, παραδέχονται περίπου τη λογική που θέτει και το ΚΚΕ, παραλλάσσοντας την ελαφρώς: Ναι, από τη μια είναι το εργατικό κίνημα και από την άλλη η ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΕΕ. Ο φασισμός, έτσι κι αλλιώς είναι ένα «εργαλείο» στα χέρια της κυβέρνησης που στρέφεται ενάντια στο λαϊκό κίνημα, σε μια περίοδο μάλιστα που το εργατικό κίνημα τείνει να ανασυνταχθεί. Το εργατικό κίνημα επίσης θα σαρώσει τον «ολοκληρωτισμό» των παραπάνω, τον «κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό». Ταυτίζουν λαθεμένα την κυβέρνηση με τον φασισμό δια της έννοιας του «κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού», πράγμα που αφενός υποβοηθάει τον Σύριζα στη δική του επιδίωξη (δίπολο ΝΔ/ΧΑ – Σύριζα) και αφετέρου αδυνατίζει την αντιφασιστική πάλη, (αφού το να λες ότι έχεις ήδη «κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό», δηλαδή κάτι σαν φασιστική χούντα, αντικειμενικά νομιμοποιείς έμμεσα το φασισμό, με τη έννοια ότι…. άμα έχω ήδη κοινοβουλευτικό φασισμό, τότε… τι να φοβάται περισσότερο ο λαός από τη Χρυσή Αυγή;)
Οι αναρχικοί, είναι οι μόνοι που έμπρακτα αποδέχονται τη "θεωρία των άκρων", την αναπαράγουν χρόνια τώρα, αντιπαρατάσσουν στη φασιστική βία την αναρχική βία. Αλείφουν "βούτυρο στο ψωμί" της κυβέρνησης, την νομιμοποιούν ως «εξισορροπιστή» ανάμεσα στα "άκρα" και άθελα ή ηθελημένα δίνουν τις καλύτερες υπηρεσίες σε αυτήν. Καλλιεργούν την αντίληψη ότι το "τσάκισμα" του φασισμού, θα έρθει με τη φυσική βία, την αντιπαράθεση στους δρόμους, ότι η ήττα του φασισμού θα επέλθει μέσα από την αντιπαράθεση αυτή. Δίνουν τα βασικά επιχειρήματα στην κυβέρνηση, το «αποδεικτικό υλικό» ότι δηλαδή υπάρχει «κόκκινος και μαύρος φασισμός», άρα δικαιούται η κυβέρνηση να υπερασπιστεί την αστική δημοκρατία.
Άλλες πολιτικές ομάδες αναγάγουν επίσης σε πρωτεύον ζήτημα αυτή την αντιπαράθεση. Μιλάνε για οργάνωση "εργατικών πολιτοφυλακών" ως το άμεσο καθήκον της αριστεράς, (όπως η Κομμουνιστική Τάση του Σύριζα) κάτω από την επίδραση αριστερίστικων και αναρχικών αντιλήψεων. Οι περισσότερες ομάδες και φορείς, αποδέχονται την ανάγκη ύπαρξης «αντιφασιστικών μετώπων» το περιεχόμενο του οποίου όμως ποικίλει.

Το ερώτημα που πρέπει άμεσα να απαντηθεί είναι το εξής: Απέναντι στον φασισμό από τη μία και στην επιδίωξη της άρχουσας τάξης, πώς πρέπει να απαντήσει η κομμουνιστική αριστερά; το εργατικό κίνημα; Ποια είναι τα πολιτικά καθήκοντα που απορρέουν από την ανάγνωση της κατάστασης όπως αυτή έχει διαμορφωθεί ήδη από τις προηγούμενες εκλογές που αποτέλεσαν και πολιτική τομή στα ελληνικά πράγματα;
Η άποψή μου είναι ότι απέναντι στη "θεωρία των άκρων" και το «πρόβλημα Χρυσή Αυγή»  δηλαδή ανάμεσα στην επιδίωξη της αστικής τάξης και το φασισμό, η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί κατ’ αρχήν στην ιστορική πείρα του εργατικού και επαναστατικού κινήματος και στην προσπάθεια μεταφοράς αυτής της πείρας στο σήμερα, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών. 
Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς να απαντήσεις όταν αποδέχεσαι το ρόλο του «άκρου» που σου επιφυλάσσει η κυβέρνηση, όταν δηλαδή η πολιτική σου πρόταση αυτοπεριορίζεται, απευθύνεται και αγγίζει ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, το πιο προωθημένο πολιτικά. Κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό, διότι σε υπαγάγει στην πολιτική ατζέντα της άρχουσας τάξης. 
Η σωστή αντιμετώπιση πρέπει να αναζητηθεί στην αντίθεση λαός/φασισμός. Η υπόθεση φασισμός, δεν είναι υπόθεση των λίγων, ούτε των αριστερών αποκλειστικά, ούτε των ταξικά προσανατολισμένων εργαζομένων και μόνο. Τα αναδυόμενα δίπολα αριστερά/φασισμός, εργατικό ή ταξικό κίνημα/φασισμός ή η όποια παραλλαγή τους, απαντά στρεβλά και μη ολοκληρωμένα στο ζήτημα. Διότι αφενός περιορίζει το εύρος που μπορεί να πάρει ο αντιφασιστικός αγώνας, τον στενεύει, απευθύνεται μονάχα στους «μυημένους», θέτει προϋποθέσεις τις οποίες ο λαός δείχνει να μην μπορεί να δεχτεί και δεν μπορεί να πιεστεί σε αυτό. Τα ζητήματα δημοκρατίας αφορούν άπαντες. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλει στον λαό να μην αισθάνεται αντιφασίστας άμα δεν είναι και αντικαπιταλιστής, κανείς δεν μπορεί να πιστεύει ότι δεν έχουν θέση στην αντιφασιστική πάλη όλοι οι δημοκράτες, όλα τα μεσαία και όχι μόνο τα εργατικά στρώματα. Η λάθος απάντηση στο παραπάνω, αφήνει έδαφος στην ουσία της κυβερνητικής προπαγάνδας ότι η υπόθεση φασισμός, δεν αφορά τον μέσο πολίτη, αλλά μόνο το πιο πολιτικοποιημένο κομμάτι του λαού και ειδικά αυτό που κινείται «στα άκρα» του πολιτικού φάσματος. 
Η υλοποίηση της παραπάνω αντίθεσης (λαός/φασισμός), προϋποθέτει αφενός ότι τη λύση του προβλήματος φασισμός δεν τη μεταθέτεις στο σοσιαλισμό, άσχετα αν η οριστική εξάλειψη των αιτιών που γεννούν το φασισμό θα έλθει με την ήττα  του καπιταλισμού. Δεν μπορείς να απαιτείς από τον λαό να συμμετέχει σε κάτι που δεν έχει κατανοήσει αλλά και να μην αξιοποιείς τις διαθέσεις του λαού να παλέψει μέχρι εκεί που μπορεί. Ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις που θέτει η αριστερά, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτό που ο λαός μπορεί να υιοθετήσει και όχι κάτι στο οποίο ακόμα δεν μπορεί να κατανοήσει. Αφού μπει στη δράση, μπορείς εκεί να συμβάλλεις και μέσω της ίδιας της δράσης στη περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης, όχι να θέτεις την ριζοσπαστικοποίηση ως προαπαιτούμενο για τη δράση. 
Αφετέρου πρέπει η πολιτική πρόταση να απαντά και σε ένα ακόμα: Την παρέμβαση των ναζιστών στα μεσαία στρώματα τα οποία καταστρέφονται ως συνέπεια της καπιταλιστικής κρίσης, που ίσως είναι η καθοριστική αιτία για την ανάδειξη της ΧΑ σε πολιτική δύναμη. Άμα αυτό το στοιχείο δεν μπει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τότε δεν απαντιέται το πρόβλημα ολοκληρωμένα. 
Ως εκ τούτου, πρέπει να υιοθετηθεί εκείνη η πολιτική, η οποία θα εξασφαλίζει τη συμμετοχή και των μεσαίων στρωμάτων στον αντιφασιστικό αγώνα, ως τμήμα βέβαια της γενικότερης πολιτικής που θα εξασφαλίζει τη συμμαχία της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων. 
Το «κλειδί» στο παραπάνω, είναι η αξιοποίηση του ζητήματος της «δημοκρατίας», η ανάδειξη της υπεράσπισής της, σε αιτήματος – κρίκου στην πάλη για τις ευρύτερες φιλολαϊκές αλλαγές που είναι αναγκαίες μεν και που μπορούν και πρέπει να συνδέονται με την πάλη για το πέρασμα σε ένα άλλο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, τον σοσιαλισμό. Η ανάδειξη της δημοκρατίας σε αίτημα πάλης, σε ολόκληρη δέσμη αιτημάτων στην πραγματικότητα, είναι αυτό το κρίσιμο ζήτημα που λείπει όπου θα αποδυναμώνει από τη μια την κυβέρνηση (ως θεματοφύλακα της αστικής δημοκρατίας ή από την πρόθεσή της για την περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών), ενώ θα αφαιρεί ένα σημαντικό πεδίο δράσης των ναζί (περί «κάθαρσης», όλοι οι κλέφτες στη φυλακή, να πληρώσουν οι πολιτικοί κλπ) όλο δηλαδή το πολιτικό οπλοστάσιο των φασιστών, το οποίο τους προέκυψε εντελώς αναίτια όταν -στην κυριολεξία- παράτησε η κομμουνιστική αριστερά το πεδίο της πάλης για δημοκρατικές αλλαγές και έσπευσε να αξιοποιήσει η συμμορία της ΧΑ διεμβολίζοντας τα «κάστρα» της αριστεράς στις εργατικές συνοικίες, πατώντας πάνω σε ένα ρηχό «λαϊκό πατριωτισμό». Η εξειδίκευση των αιτημάτων πάλης, των αιτημάτων συσπείρωσης των εργαζομένων και μικρομεσαίων, θα πρέπει να αναδεικνύει άμεσα αιτήματα προστασίας για το ίδιο το κίνημα και ταυτόχρονα θα απαιτεί την καταστολή του παρακράτους, την κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών, θα σφυρηλατεί μέσα από τους δεσμούς στο κίνημα την κοινωνικής συμμαχίας εργαζομένων και μεσαίων στρωμάτων και θα απομονώνει τους ναζί από τη διείσδυσή τους στα λαϊκά στρώματα. 
Ας μην γελιόμαστε, σε αυτά τα καθήκοντα ούτε ο Σύριζα, ούτε κανείς άλλος μπορεί να ανταπεξέλθει. Μονάχα οι κομμουνιστές διαθέτουν όλο το ιστορικό προηγούμενο, το κύρος του αντιφασιστικού αγώνα του 40, την οργανωμένη δύναμη και την αδιαπραγμάτευτη εντιμότητα να υλοποιήσουν την πολιτική τους πρόταση.
Και  εδώ δυστυχώς υπάρχει πρόβλημα, που ξεκινάει από την λαθεμένη ανάγνωση της πραγματικότητας από τους κομμουνιστές. Την αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι ο λαός, αντιλαμβάνεται για λόγους αντικειμενικούς την αιτία των δεινών που υφίσταται όχι απαραίτητα στον καπιταλισμό, αλλά σε επιμέρους παράγοντες, που μπορεί να ποικίλουν από… μια διεθνή συνωμοσία λεηλασίας της πατρίδας του, μέχρι τους πουλημένους πολιτικούς του, άντε μέχρι και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πρόσωπο της Γερμανίδας πρωθυπουργού. Το παραπάνω, έχει την εξήγησή του και δεν πρέπει να μας τρομάζει αυτή. Είναι χρόνια τα προβλήματα με την έννοια ότι η μεγάλη λαϊκή μάζα που «απελευθερώθηκε» από τον δικομματισμό, αντικειμενικά είχε μικρή συμμετοχή τόσο στο εργατικό κίνημα, ενώ παράλληλα είναι διαποτισμένη από όλες τις αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις που αναπαράγονται επί σειρά ετών από τα κυρίαρχα αστικά κόμματα. Κατά συνέπεια, στην παραδοχή ότι στην Ελλάδα, το πρόβλημα της «κρίσης» είναι πρόβλημα του καπιταλισμού –και είναι τέτοιο- πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ο λαός δεν το αντιλαμβάνεται ως τέτοιο. Με τον ίδιο τρόπο δεν αντιλαμβάνεται ότι η αιτία του φασισμού είναι στον καπιταλισμό.
Αυτή η πραγματικότητα, επιβάλλει στους κομμουνιστές κυρίως, το καθήκον του να αντεπεξέλθουν λαμβάνοντας υπόψη αυτό τον παράγοντα, να προσαρμόσουν την πολιτική τους σε αυτόν. Η άρνηση της πραγματικότητας, οδηγεί στην υιοθέτηση πολιτικής πρότασης που δεν πατάει στις συνθήκες, στην πολιτική απομόνωση των κομμουνιστών και πάνω απ’ όλα στην αδυναμία του κινήματος να δώσει απαντήσεις, να επιβάλει τη δική του πολιτική ατζέντα. Η εμπειρία των κομμουνιστών διαχρονικά στο να διεγείρουν τις μάζες, αυτή τη στιγμή δεν αξιοποιείται με ευθύνη των ίδιων πρώτα απ’ όλα και ως αποτέλεσμα και αυτού του προβλήματος, δυναμώνει το φασιστικό ρεύμα. Αντικειμενικά επιβάλλεται άμεση αλλαγή.
Στην πραγματικότητα, πρέπει απλά να κοιτάξουν στην πολύ πρόσφατη επεξεργασία τους και στο πως συνέδεαν τα αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά και δημοκρατικά αιτήματα πάλης με το ζήτημα του σοσιαλισμού. Αυτή ακριβώς την επεξεργασία τους που ονομάζονταν συνοπτικά ΑΑΔΜ και η οποία αδίκως εγκαταλείφθηκε. Και η ίδια η πραγματικότητα, αναθέτει στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης το να ξαναπιάσει αυτά τα ζητήματα από εκεί ακριβώς που τα άφησε.

Κέρκυρα 3/10/2013
Γράφει ο Κώστας Βλάσσης



Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας