Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ποιος φταίει;

Πολλές αναρωτήθηκα και άλλες τόσες παρασύρθηκα σε λανθασμένες εκτιμήσεις, αναφορικά με το ποιος φταίει πραγματικά για την σημερινή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας και τις επιλογές της. 'Ελεγα φταίει ο λαός, προβληματιζόμουν, αμφιταλαντευόμουν, ο θυμός μου με έκανε να ρίχνω τα βάρη και την αποκλειστική ευθύνη σε εμάς.

Φταίει όμως ο λαός; Φταίνε οι πολιτικοί; Φταίει η πολιτική; Φταίει... κοκ. Στο μόνο, θεωρητικά, ασφαλές συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα, είναι ότι δεν φταίει ο λαός. Ας δούμε επιγραμματικά γιατί δεν φταίει. Ο λαός μας γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον. Η παιδεία που έλαβε περιείχε μισές ιστορικές "αλήθειες", κομμένες και ραμμένες στα μέτρα που εξυπηρετούσαν την εκάστοτε κυβέρνηση. Κανένας ουσιαστικός επαγγελματικός προσανατολισμός, καμία οργάνωση που να αναδεικνύει και να βελτιώνει τις δεξιότητες των μαθητών, όλοι μαζί σε ένα μαραθώνιο εκπαιδευτικό, για το πολυπόθητο εισιτήριο στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Προήχθη από μία "γενική" Παιδεία, μη γνωρίζοντας να συντάσσει μία πρόταση στα ελληνικά τουλάχιστον, με σοβαρό έλλειμμα κριτικής ικανότητας, με άγνοια στο πώς λειτουργεί η αστική δημοκρατία και οι θεσμοί της, τί θα αντιμετωπίσει στην αγορά εργασίας, ποιος είναι ρόλος του στην κοινωνία και πώς μπορεί να καθορίζει τις εξελίξεις μέσα από αυτήν. Πού είναι η λογοτεχνία, πού είναι το θέατρο, πού είναι τα εικαστικά, πού είναι οι δράσεις για το πολιτισμό, για το περιβάλλον... πουθενά. Από παππού σε γονείς, και από γονείς σε παππούδες η σκυτάλη στο μαραθώνιο αυτό ήταν η μόνη παρακαταθήκη για την μελλοντική εξέλιξή του.

Η πλειοψηφία του λαού στερημένη και αποκομμένη από τις ουσιαστικές ψυχαγωγικές δομές ελέω οικονομικών προβλημάτων, έβρισκε διέξοδο μέσα από εύκολη διασκέδαση. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σερβίριζαν την προκατασκευασμένη είδηση, το μπαγιάτικο εμπόρευμα των τηλεσκουπιδιών, την υπερπαραγωγή της χαμηλής νόησης, τον ευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης, τον εκχυδαϊσμό και την ενοχοποίηση του ανθρώπινου σώματος. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, άλλοτε ως εφημερίδες, άλλοτε ως ραδιόφωνο, άλλοτε ως τηλεόραση και σήμερα ως διαδίκτυο, λειτούργησαν και λειτουργούν ως το απόλυτο πλυντήριο εγκεφάλου των λανθασμένων προτύπων, της παραπληροφόρησης και της απληστίας.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, συνήθισε ο λαός, έμαθε να ζει ελπίζοντας να την βολέψει και αυτός κάποια στιγμή, να κάνει την αρπαχτή του και να λύσει το βιοποριστικό του, να ελιχθεί και αυτός μέσα από το σωρό οικονομικών πτωμάτων, ρουφιανεύοντας ως πιστός υπηρέτης της έκπτωσης των ηθών, των ιδεών, των αξιών. Αυτή ήταν η μόνη του ελπίδα, να ξεφύγει από την μιζέρια έστω και εις βάρος των υπόλοιπων... όσο πιο χαμηλά τα αντανακλαστικά τόσο πιο εύκολα τσιμπάει το θύμα στο εμπόριο ελπίδας του θύτη. Μα θα μου πείτε μπορεί να είναι μονίμως θύμα ο λαός; Του αξίζει αυτός ο ρόλος στο σημερινό θέατρο παραλόγου που ζούμε; Η απάντηση είναι ότι σαφώς και δεν του αξίζει ο ρόλος του θύματος, οφείλουμε όμως να του αναγνωρίσουμε ότι είναι εγκιβωτισμένος στις δομές του καπιταλιστικού συστήματος και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έγκλειστος, και δη "σωφρονισμένος" από το σύστημα αυτό. Ωφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι χειραγωγηθηκε η συναισθηματική νοημοσύνη του.

Μα θα μου πείτε πάλι, πως κάτω από αυτή την ανάλυση δεν θα αλλάξει ποτέ κάτι... αέναα θα περιφέρονται τα άψυχα σαρκία μας ως εμπορευματική βορά στο παζάρι των χρηματαγορών! Και εδώ έρχεται ο ρόλος εκείνων των ανθρώπων που κατάφεραν να απεγκλωβιστούν από την μηχανή πολτοποίησης, του συστήματος. Είναι ιστορικός ο ρόλος όσων πέρασαν μέσα από την μηχανή και δεν κατάφερε να τους συνθλίψει! Οφείλουν να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις τους, τις εμπειρίες τους, να αποτελέσουν τον οδηγό που θα παρακινήσει τον λαό να αλλάξει στάση ζωής, να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, να βγάλει εις πέρας το αληθινό όφελος απέναντι στην κοινωνία και τον ίδιο του τον εαυτό. Ναι, το κάρο θέλει τα άλογα μπροστά και όχι πίσω. Τα θέλει μπροστά για να βγει μπροστά εκείνο το εργατικό κίνημα, το ρεύμα, που θα ανατρέψει ακόμη και τα πιο μελλοντικά σχέδια του καπιταλιστικού συστήματος. Ως εκ τούτου κάθε λεπτό είναι πολύτιμο, κάθε στιγμή αδράνειας μας φέρνει πίσω από τον επιθυμητό στόχο, η μόνη λύση είναι η επαγρύπνηση, η οργάνωση και η ακούραστη δραστηριοποίηση τους.

Δεν αρκεί μόνο η ανάγκη της εξαθλίωσης για να οδηγήσει τον λαό σε ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό το παιχνίδι είναι επικίνδυνο και μπορεί να αποβεί μοιραίο. Η εξαθλίωση είναι κακός σύμβουλος, συντηρητικοποιεί την κοινωνία είναι το εργαλείο στα χέρια του συστήματος αυτού, που διαφεντεύει τις ζωές μας. Δεν μπορούν οι έχοντες γνώση, και ιστορικά δεν τους επιτρέπεται να μπουν στην παγίδα της αναμονής, μέχρι ο λαός να εξαθλιωθεί και να επαναστατήσει. Όπως επίσης εξίσου επικίνδυνο είναι και το εμπόριο της ελπίδας. Με την ελπίδα κυβερνούσαν τόσο καιρό. Με την ελπίδα αυτή, ότι θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες, θα τρώει ο λαός με χρυσά κουτάλια, θα ζει ειρηνικά και με ασφάλεια εξασφαλίζοντας το μέλλον των παιδιών του, συνέχιζε ακάθεκτο το σύστημα να εξαπατά το λαό. Όχι άλλες αυταπάτες λοιπόν, από παλιάς κοπής τυχοδιωκτισμό ότι μπορούμε να στηριχθούμε σε κάποιες υγιείς επιχειρηματικές δυνάμεις για να δούμε ανάπτυξη!

Είναι όμως εύκολος ο εκ διαμέτρου αντίθετος δρόμος; Όχι δεν είναι εύκολος ο δρόμος του σοσιαλισμού! Όποιος τάζει ότι μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας χωρίς κόστος δεν είναι απλά ψεύτης, αλλά ένας ακόμη καιροσκόπος που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εχόντων. Όχι δεν ήταν σοσιαλισμός η σοσιαλδημοκρατία του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτό ήταν ένα ψευδεπίγραφο, μία καλοστημένη απάτη με τις ευλογίες της λαϊκής δεξιάς, τα αποτελέσματα της οποίας βιώνουμε. Ο δρόμος αυτός, ο σοσιαλισμός, απαιτεί αγώνα και θυσίες. Θυσίες αθροιστικά ίσες, με τις θυσίες που μας επιβάλλει "ετσιθελικά" το υπάρχον κατεστημένο. Είναι όμως θυσίες που πιάνουν τόπο. Είναι θυσίες που μας κάνουν πρωτίστως να σεβόμαστε τον εαυτό μας. Είναι θυσίες που δεν μας έχουν εξαρτημένους από το χρήμα, τα παράγωγά του και τις άτυπες "συμμαχίες". Είναι θυσίες για να καρπωθεί ο λαός την πραγματική αξία όσων παράγει. Ο σοσιαλισμός απαιτεί τουλάχιστον τρεις βασικές παραμέτρους:

1. Να αλλάξει η υπάρχουσα δομή της διοίκησης. Είδαμε τα αποτελέσματα του κοινοβουλίου και "αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας"! Σε καμία περίπτωση δεν είδαμε έστω και την παραμικρή ασφαλιστική δικλείδα που να αποτρέπει τις αντιλαϊκές πολιτικές. Χρειάζεται λοιπόν λαϊκή εξουσία με εκπροσώπους που θα λαμβάνουν απευθείας την εντολή από το λαό για όλα τα ζητήματα που τον απασχολούν και οι οποίοι θα είναι άμεσα ανακλητοί.

2. Να αλλάξουν χέρια τα μέσα παραγωγής. Αυτά που εργαζόμαστε, μοχθούμε για να παράγουμε και γίνονται προϊόντα εκμετάλλευσης για την κερδοφορία των λίγων. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, που με νόμιμες λογιστικές αλχημείες εμφαίνονται φτωχότερες και από άνεργο-άστεγο! Οι επιχειρήσεις που βιώνουμε καθημερινά, να μας ξεζουμίζουν υπό την απειλή της απόλυσης και εν τέλει μας απολύουν! Χρειάζεται λοιπόν κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

3. Να βγει η χώρα από τους μηχανισμούς που μας επιβάλλουν αντιλαϊκές πολιτικές, που προωθούν τα συμφέροντα μόνο των ολίγων, που στήνουν πολέμους για να εξυπηρετήσουν τα εκάστοτε γεωστρατηγικά συμφέροντα τους. Ξεχάσατε την "δημοκρατία" που επέφεραν οι επεμβάσεις τους; Ξεχάσατε την Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν; Ξεχάσατε την Κύπρο, την Μικρασιατική καταστροφή, το Μακεδονικό; Ποια ήταν η στάση τους απέναντι σε εμάς αφού θεωρητικά είμαστε και σύμμαχοι; Πού μας στάθηκαν δηλαδή και δεν το είδαμε; Αρκεί να αγοράζουμε οπλικά συστήματα από αυτούς, και να τα χρησιμοποιούμε κατ' εντολή τους εις βάρος άλλων λαών; Τα αντιλαϊκά μέτρα βίαιης φτωχοποίησης-εξαθλίωσης δεν λαμβάνονται με τις ευλογίες-οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποτιθέμενων εταίρων μας; Χρειάζεται λοιπόν έξοδος από τις λυκοσυμμαχίες της Ε.Ε., και του ΝΑΤΟ.

Πάνω σε αυτές τρεις παραμέτρους υπάρχει η δυνατότητα να οικοδομήσουμε μια καλύτερη κοινωνία. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όλο τον κόσμο τώρα. Μπορούμε να αλλάξουμε εμάς όμως.
Οι μοιραίοι - 1965 Κώστας Βάρναλης
...
― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Γράφει ο Κάντζος Αριστείδης

Κάθε νέα ανάρτηση στο email σας